Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σε αναζήτηση του άλλου μισού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σε αναζήτηση του άλλου μισού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/3/11

Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας


« … η ομορφιά δεν είναι ανάγκη, αλλά έκσταση… Δεν είναι η εικόνα που θα δείτε ή το τραγούδι που θα ακούσετε. Είναι μάλλον μια εικόνα που βλέπετε, παρόλο που κλείνετε τα μάτια σας, κι ένα τραγούδι που ακούτε, παρόλο που κλείνετε τα αυτιά σας…» Kahlil Gibran



Μπαίνω στο σπίτι φορτισμένη, κουβαλώντας όλη την ασχήμια του κόσμου μέσα μου, και ανοίγοντας την πόρτα αντικρίζω τον γάτο μου. Είναι πανέμορφος ο γάτος μου! Ο ομορφότερος γάτος του κόσμου! Και ας έχει ζαρώσει λίγο λόγο της ηλικίας του, και ας είναι φαφούτης, και του τρέχουν τα σαλάκια που και που. «Μουρρρ», μου κάνει…Και η ασχήμια μέσα μου αρχίζει να διαλύεται....

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές στη ζωή μου τι είναι αυτό που κάνει κάτι ή κάποιον όμορφο. Και τι σημαίνει «ομορφιά»; Για παράδειγμα, κάποιος που έχει μάθει να σιχαίνεται ή και να φοβάται τις γάτες, φαντάζομαι πως το τελευταίο πράγμα που θα έλεγε για το γάτο μου είναι ότι είναι όμορφος…

Έτυχε κάποτε να παρακολουθήσω μια ομιλία σε ένα σεμινάριο, με μάλλον βαρετό θέμα (κάτι που είχε σχέση με διασταυρώσεις κουνουπιών, απ’ ότι θυμάμαι). Η ομιλήτρια, μια κυρία κάποιας ηλικίας, με όχι κάτι ιδιαίτερο στην εμφάνιση της, ξεκίνησε να μιλάει, πολύ απλά, και ήρεμα, χωρίς να προσπαθεί να κερδίσει εντυπώσεις, ή να τραβήξει την προσοχή. Όταν τελείωσε, δέχτηκε το πιο ζεστό χειροκρότημα του σεμιναρίου. Εξέπεμπε μια τέτοια γλυκύτητα και ζωντάνια που δεν μπορούσες να τραβήξεις το βλέμμα σου από πάνω της. Σε κέρδιζε χωρίς να χρησιμοποιήσει κανένα από τα συνηθισμένα μέσα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κερδίσουν την προσοχή. Θεωρώ πως ήταν απλά αυτό που θα έλεγε κανείς «πολύ όμορφος άνθρωπος»….

Όμως το ερώτημα συνεχίζει να αιωρείται: πως ορίζεται η ομορφιά;

Μια τόσο συνηθισμένη έννοια και όμως, όσο περίεργο και αν ακούγεται, κανένας δεν κατάφερε να δώσει έναν ορισμό. Ούτε καν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, που τίποτα δεν άφηναν να πέσει κάτω, χωρίς να το συνδέσουν με έναν σεβαστό αριθμό φιλοσοφικών ερμηνειών. Και τέλος πάντων, ως ιδιότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων, τι …εμβέλειας είναι;

Οι επικρατούσες απόψεις επί του θέματος είναι δύο: η μία θέλει την ομορφιά να είναι εντελώς επιφανειακή, «επιδερμική» για την ακρίβεια (skin-deep), και η άλλη τοποθετεί την ομορφιά σε καθαρά υποκειμενικό επίπεδο, να εξαρτάται από τον κάτοχο του ματιού που την βλέπει ( in the eye of beholder). Και πάλι όμως, κανένας δεν κατάφερε να κατονομάσει συγκεκριμένα γνωρίσματα, που να έχουν καθολική ισχύ για όλα τα όμορφα πράγματα, ώστε να επιβεβαιώσει τον έναν ή τον άλλον ισχυρισμό. Μάλιστα, ο David Hume (φιλόσοφος της Αναγέννησης) έλεγε πως η ομορφιά δεν είναι καν κάποια ιδιότητα των αντικειμένων, υπάρχει μόνο στο μυαλό αυτού που τα παρατηρεί. Μόνο ο Πλωτίνος (έλληνας φιλόσοφος), σύνδεσε την έννοια της συμμετρίας με την έννοια της ομορφιάς, όχι όμως ως κάτι που διαθέτουν τα όμορφα πράγματα, αλλά ως κάτι που γεννούν ως αίσθημα , στον εξωτερικό παρατηρητή. Κι αν η ομορφιά δεν είναι ιδιότητα παρά κατάσταση, στην οποία μας υποβάλλουν κάποια αντικείμενα, είναι εντελώς φυσικό που έχει συνδεθεί με τις δύο κυρίαρχες, για τον άνθρωπο, αισθήσεις, την όραση και την ακοή. Έτσι μιλάμε για όμορφη εικόνα και όμορφη μουσική, ενώ δεν λέμε, για παράδειγμα, όμορφη μπριζόλα ή όμορφο χάδι.

Προσωπικά, βέβαια, πιστεύω πως μιλώντας για την ομορφιά, είναι αδύνατον να μείνει κάποιος στην επιφάνεια. Δηλαδή, πέρα από το γεγονός ότι ο γάτος μου θα μπορούσε αντικειμενικά να χαρακτηριστεί όμορφος, αν τον βλέπαμε σαν φωτογραφία, μου είναι αδύνατον να απομονώσω την εικόνα που βλέπουν τα μάτια από την σκέψη πως είναι ο Καίσαρας, που έχουμε παίξει τόσες φορές μαζί, που έχει κάτσει τόσες φορές στα γόνατά μου και έχει δεχτεί να μ’ ακούσει αδιαμαρτύρητα να του τα ψάλω, (χωρίς βέβαια να με λαμβάνει υπ’ οψη του). Και παρ’ ότι η εικόνα και το άκουσμα της ομιλήτριας μπορεί να ήταν ευχάριστα από μόνα τους, ήταν η ικανότητά της να αγγίζει κάποια κουμπάκια του μυαλού των ακροατών που την έκαναν να φαντάζει τόσο ξεχωριστή. Άρα η προηγούμενη γνώση και το «ραφινάρισμα» του μυαλού είναι εξίσου σημαντικό με το ερέθισμα, για να μπορέσεις να βιώσεις τελικά αυτό το ευχάριστο αίσθημα ευφορίας και αρμονίας, που αποδίδουμε στην ομορφιά.

Αυτό, ωστόσο, είναι δίκοπο μαχαίρι. Γιατί, αν για παράδειγμα, το μυαλό σας έχει συνδέσει την όμορφη εικόνα με ιδιότητες όπως, ευγένεια, καλοσύνη, ηθική κλπ, κλπ., βλέποντας ένα «όμορφο» ανθρώπινο πρόσωπο, έχει την τάση να αποδίδει και όλα τα παρελκόμενα ως ιδιότητες του κατόχου του όμορφου προσώπου. Έλα μου όμως, που αυτό μπορεί να αποδειχτεί μέγα σφάλμα, όπως μας διδάσκει ο Oskar Wilde στο πορτρέτο του Ντοριαν Γκρέι. Aπό την άλλη πάλι, έχουμε το παράδειγμα του Τέρατος, στην «Ωραία και το Τέρας», όπου η αποκρουστική εικόνα καμουφλάρει έναν όμορφο εσωτερικά άνθρωπο. Φυσικά, αν ζούσαμε σε μια κοινωνία τεράτων, τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά για την όμορφη, η οποία θα έπρεπε να αποδείξει ότι δεν είναι τέρας.

Και εδώ φτάνουμε σε ένα άλλο λεπτό σημείο: πως αποκτούμε την αντίληψη του τι είναι όμορφο και τι όχι, αφού δεν υπάρχει κάτι αντικειμενικό να το προσδιορίζει; Ή μήπως τελικά υπάρχει; Γιατί αν δεν υπάρχει, τι είναι αυτό που βραβεύουμε στα καλλιστεία ομορφιάς; Και αν μιλάμε για καλλιστεία σκύλων ή αγελάδων, μπορώ να σκεφτώ μερικά χαρακτηριστικά που κάνει τους νικητές να ξεχωρίζουν, όπως τα στητά καπούλια ή οι αυθεντικές, για την ράτσα, γραμμές του προφίλ, τα στητά αυτιά, το χρώμα κλπ. Αν όμως μιλάμε για καλλιστεία ανθρώπων; Να υποθέσουμε ότι υπάρχουν και για μας κάποια διακριτά χαρακτηριστικά που συνθέτουν την «αυθεντική ομορφιά του είδους μας»; Εντύπωση επίσης μου κάνει που οι διαγωνιζόμενοι στα καλλιστεία ανθρώπων (σε αντίθεση με αυτά των ζώων) είναι κατά κανόνα γένους θηλυκού. Μήπως έχει αυτό να κάνει με την αναπαραγωγική τους ικανότητα; Δηλαδή, διαλέγουμε και προβάλουμε αυτό που συγκεντρώνει τα πιο ισχυρά, από γενετικής απόψεως, στοιχεία, ώστε να διασφαλιστεί η ασφαλής διαιώνιση του είδους;

Τότε όμως η έννοια της ομορφιάς διαστρεβλώνεται οικτρά, γιατί εξ ορισμού, το όμορφο δεν έχει να κάνει με κάτι που είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση. Πηγάζει από αυτό το περίσσευμα ενέργειας, στους νευρώνες του εγκεφάλου μας, που το θεωρούμε εξελικτικό προνόμιο του είδους, και που ουδεμία σχέση με τις βασικές ανάγκες έχει. Δηλαδή, η ικανότητα να βλέπεις την ομορφιά δεν είναι ενστικτώδης παρόρμηση, αλλά ενδεικτικό της ψυχικής ευαισθησίας και καλλιέργειας, πάνω στα οποία μπορεί να επιδράσει προσθετικά και η αισθητική αγωγή, ώστε η πιθανότητα να βρεις κάτι όμορφο γύρω σου (άρα και να βιώσεις το ευχάριστο αίσθημα που σου γεννάει), να είναι μεγαλύτερη.

Άλλη μια ιδιότητα της ομορφιάς είναι ότι σχετίζεται με την μειοψηφία. Δηλαδή, αν η ομορφιά θα ήταν παντού και στον ίδιο βαθμό, τότε δεν θα ήταν κάτι ξεχωριστό και δε θα υπήρχε λόγος συζήτησης. Συνεπώς, οφείλουμε να έχουμε και «νόρμες» ομορφιάς, που να καθορίζουν το σημείο πέρα από το οποίο κάτι θεωρείται όμορφο ή μέτριο ή και άσχημο. Με μια εξαίρεση, ίσως. Η ομορφιά της φύσης. Είναι το μόνο είδος ομορφιάς που δεν χρειάζεται να συγκριθεί με κάτι άσχημο για να ξεχωρίσει. Αλήθεια, υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άσχημο στη φύση; Λιγότερο όμορφο σε σχέση με κάτι άλλο, μπορεί. Αλλά άσχημο; Η ομορφιά της φύσης, είναι ουσιαστικά η ίδια η κινητήριος δύναμη για ζωή, οπότε δεν θα μπορούσε να εμπεριέχει κάτι άσχημο.

Και ερχόμαστε σε ένα άλλο ερώτημα: τι σχέση μπορεί να έχει η ομορφιά με την τελειότητα; Η απάντηση είναι «καμία», εκτός κι αν θεωρήσουμε την τελειότητα εξίσου υποκειμενική έννοια με την ομορφιά. Μπορεί στην περίοδο της αναγέννησης να είχε διατυπωθεί η «χρυσή αναλογία», που όριζε τις αποστάσεις ώστε ένα έργο τέχνης να είναι αισθητικά ευχάριστο, ως τόσο, η κοινή παραδοχή είναι αυτή που διατυπώνει ο Francis Bacon: « Δεν υπάρχει εξέχουσα ομορφιά που να μην έχει ένα ψεγάδι στις αναλογίες της.»

Αλλά ας εστιάσουμε λίγο στην ομορφιά των ανθρώπων. Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε πως το οπτικό ερέθισμα είναι αρκετά ισχυρό για να δημιουργήσει μια έντονη πρώτη εντύπωση. Όμως αυτή διαρκεί μερικά δευτερόλεπτα, άντε λεπτά. Η τελική εντύπωση μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Υπάρχει μια ρώσικη παροιμία που λέει «η υποδοχή είναι αντίστοιχη του ρούχου, ο αποχαιρετισμός είναι αντίστοιχος του μυαλού». Κωμική εκδοχή αυτής της ιδέας βρίσκουμε σε μια κωμωδία του 1983 με τον Στιβ Μάρτιν: «The man with two brains», όπου ένας νευροχειρουργός παντρεύεται μια πανέμορφη γυναίκα (Κάθλην Τέρνερ), την οποία γνωρίζει…λιπόθυμη, για να ανακαλύψει πολύ σύντομα ότι είναι επαγγελματίας του είδους, και στην απογοήτευσή του, ερωτεύεται παράφορα έναν…εγκέφαλο(!!!). Ο εγκέφαλος άνηκε σε μια πιανίστρια, πολύ όμορφη ως άνθρωπο, που όμως είχε ένα αχαλίνωτο πάθος με το φαγητό, όπως διαπιστώνει μετά από την μεταμόσχευση του εγκεφάλου της, στο τέλειο (πριν την μεταμόσχευση) σώμα της πρώην γυναίκας του. (Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει πιο άσχημο αισθητικά όργανο στο ανθρώπινο σώμα, και ταυτόχρονα πιο όμορφο, ως προς τις λειτουργίες του, από τον εγκέφαλο! "The Beautiful Mind" )

Δυστυχώς, πριν φτάσουμε να ανακαλύψουμε την ομορφιά «εν τω βάθη», διαμορφώνουμε την συμπεριφορά και τις αντιδράσεις μας με βάση αυτό που επιφανειακά βλέπουν τα μάτια μας. Ή αυτό που μας λένε ότι πρέπει να βλέπουν τα μάτια μας. Έτσι, ας πούμε, στα μάτια της πάπιας, το ασχημόπαπο δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ντροπή της οικογένειας, την στιγμή που στα μάτια του κύκνου, είναι ένας μελλοντικά εξαιρετικά όμορφος κύκνος. Κι αν το ασχημόπαπο επέλεγε να μείνει με τις πάπιες, κανένας δεν θα ξεχώριζε ποτέ τον κύκνο μέσα του, ούτε καν το ίδιο το ασχημόπαπο, γιατί τις περισσότερες φορές διαμορφώνουμε την εικόνα της προσωπικής μας ομορφιάς, καθρεπτιζόμενοι στα μάτια των άλλων. Γι' αυτό, λοιπόν, καλό είναι να έχουμε ένα δικό μας καθρεφτάκι στην τσέπη, κάτι σαν υποκατάστατο των νερών της λίμνης, και να ρίχνουμε καμιά ματιά, πριν κοιταχτούμε στα μάτια των άλλων. Έτσι ωστε, στην περίπτωση που οι «άλλοι» δεν διαθέτουν την ευαισθησία και την καλλιέργεια της ψυχής για να διακρίνουν τον κύκνο μέσα μας,  να μην χρειάζεται να κρύβουμε το μακρύ λαιμό μας, για να μοιάσουμε περισσότερο με πάπια…

25/12/10

Stand by me...

Μου λείπεις…
Μ’ αρέσει να φυλάω την μορφή σου στην άκρη του μυαλού μου, για να φωτίζει τις σκοτεινές γωνιές του όταν τα φώτα χαμηλώνουν…
Σε φαντάζομαι να έρχεσαι δίπλα μου, όταν τα πάντα γύρω μου μοιάζουν να καταρρέουν…Δεν λες τίποτα, δεν χρειάζεται άλλωστε, απλά είσαι εκεί, για να νιώθω την θαλπωρή της παρουσίας σου.
Κάποιες φορές η αίσθηση είναι τόσο μεθυστική, που αφήνομαι να βουλιάξω στη φαντασίωση, με την ηχώ της πραγματικότητας να φτάνει μέσα από το φίλτρο ενός απύθμενου πηγαδιού, υπόκωφη και εντελώς παράταιρη. 
Όχι πως μου αρκεί αυτό…
Το άγγιγμά σου με γαληνεύει. Νιώθω πως ανήκω εκεί, στη ζεστασιά και την ενέργεια του κορμιού σου. Είναι τόσο οικείο…Σαν να σε ήξερα πριν ακόμα γεννηθώ. 
Δεν μπορώ να το εξηγήσω…Αλλά ούτε και να το τιθασέψω δεν μπορώ. Απλά συμβαίνει…
Και είναι τόσο βασανιστικά έντονο, που η αδυναμία να το βιώσω στη φυσική του υπόσταση με αδειάζει…

10/10/10

Σκαλίζοντας τους κοινόχρηστους φακέλους των κρυμμένων αναγκών.

“We're born alone, we live alone, we die alone. Only through our love and friendship can we create the illusion for the moment that we're not alone.” (Orson Welles)


 
Σε περιόδους όπου οι καταστάσεις γίνονται πολύ ζόρικες, πιάνω το μυαλό μου να ελίσσεται σαν χέλι και να ξεγλιστρά από σχεδόν αόρατες χαραμάδες, για να βρει φως μέσα στο αδιαπέραστο τοίχος της ρουτίνας. 

Ανακάλυψα πως είναι απελευθερωτικό να παρατηρείς τις μικρές καθημερινές μεταβολές χωρίς να χάνεις την μεγάλη εικόνα. Νιώθεις λιγάκι σαν θεός που παρατηρεί τον κόσμο αφ΄υψηλού, χαμογελώντας συγκαταβατικά στις ατυχίες, που τώρα φαίνονται μικρές και ασήμαντες.
 Καμιά φορά αναλογίζομαι τις πιθανές παραλλαγές της ζωής μου, σαν στιγμιότυπα σε πολλαπλά παράλληλα σύμπαντα. Προσπαθώ να φανταστώ την πορεία που μπορεί να είχα ακολουθήσει, σ’ αυτά τα παράλληλα σύμπαντα, όπως ο σκακιστής που μελετάει την αναμενόμενη παρτίδα στο επερχόμενο τουρνουά. 

Αν πάλι βάλεις τον εαυτό σου στην αντιπέρα όχθη, σου προκαλεί εντύπωση, πόσο διαφορετικός μπορεί να είναι ο κόσμος στα μάτια διαφορετικών ανθρώπων. Διαπιστώνεις πως δεν υπάρχει μία πραγματικότητα αλλά δισεκατομμύρια εκδοχές της, όσες είναι και οι σκεφτόμενες μονάδες. Εκεί είναι που καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι η γρήγορη αντίληψη είναι μάλλον κατάρα παρά προσόν, γιατί αντιλαμβάνεσαι πολύ πιο γρήγορα την ματαιότητα των πραγμάτων γύρω σου και επιταχύνεις την ελεύθερη πτώση στο πουθενά. 

Με κινηματογραφική ταχύτητα εμφανίζονται στην οθόνη του μυαλού οι έννοιες της μοναξιάς και της ανθρωπο-συμβατότητας. «Βασικό συστατικό για την υπέρτατη ευτυχία,» έλεγε ο Αριστοτέλης, «είναι η ύπαρξη άλλων ανθρώπων.». Η σημερινή επιστήμη της κοινωνιολογίας υποστηρίζει πως οι άνθρωποι είναι συνδεδεμένοι σε δίκτυα, πολύ αντίστοιχα με αυτά των υπολογιστών, και πως ο αριθμός των συνδέσεων της κάθε μονάδας του δικτύου με άλλα «τερματικά», είναι καθοριστικής σημασίας για την ευτυχία του. Βέβαια, οι σύγχρονες έρευνες της κληρονομικότητας υποστηρίζουν ότι η ευτυχία, όπως και η δυστυχία, έχουν γενετική βάση σε ποσοστό που φτάνει το 50%, συμφωνούν όμως πως πρόκειται για  εξαιρετικά… κολλητικές  και μεταδιδόμενες (μέσω των δικτύων) ασθένειες! (Μήπως στα επόμενα χρόνια θα πρέπει να περιμένουμε … antivirus κατά της ανθρώπινης δυστυχίας; ) 

Όμως γιατί τόση προσκόλληση στους άλλους ομοίους μας; Γιατί το αίσθημα της μοναξιάς να είναι τόσο βασανιστικά έντονο, που να φτάνει να θεωρείται ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας; «Ο άνθρωπος ως κοινωνικό ζώο έχει ανάγκη τους συνανθρώπους του» (John T Casioppo, Director of the University of Chicago Center for Cognitive and Social Neuroscience) Και αυτό είναι εξελικτικό κατάλοιπο από τότε που ως αδύναμο θηλαστικό έπρεπε να βρει τρόπο να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον γεμάτο κινδύνους, που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει όντας μόνος του. 

Ως τόσο, «ουκ εν τω πολλω το ευ, αλλά εν τω ευ το πολύ»… Η φύση των κινδύνων άλλαξε. Δεν αρκεί πια το πλήθος των ομοίων μας να μας περιβάλλει. Γιατί, πια, το ίδιο το πλήθος έχει μετατραπεί σε κίνδυνο. Κίνδυνο να χάσεις το ποιόν σου, να ξεχάσεις τα θέλω σου, και τελικά να μετατραπείς σε ξεραμένο φύλλο που ταξιδεύει στο ρεύμα του ποταμού χωρίς προορισμό.  Και τότε είναι που μπαίνει στο παιχνίδι η έννοια της συμβατότητας. Δεν αρκεί, λοιπόν, να είσαι σε ένα δίκτυο. Θα πρέπει να είναι ένα δίκτυο συμβατών με σένα ανθρώπων, να μπορείς να πεις με ανακούφιση «ναι, ανήκω εδώ…», για να νιώσεις αυτό το πολυπόθητο αίσθημα ασφάλειας και πληρότητας, που σε μετατρέπει από μίζερο απόκληρο σε κυρίαρχο του κόσμου. 

  Και αυτή η παρόρμηση του να ενταχθούμε σε ένα συμβατό με μας δίκτυο, και να διοχετεύσουμε κάπου αυτό που μας γεμίζει, είναι τόσο έντονη, που μας βάζει να κυνηγάμε χίμαιρες, και να αποδίδουμε την μορφή συμβατού αποδέκτη σε άψυχα αντικείμενα ή φανταστικούς εραστές. «Ζωή που δεν μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη» ακούμε την  Ελευθερία Αρβανιτάκη να τραγουδάει, παρ’ ότι 
«Ίσως εκείνο που ζητάς
εγώ να μην το έχω, 
κι απ' ότι ονειρεύτηκες, 
εγώ πολύ ν' απέχω.»


Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω την ανθρώπινη φύση, παρά το γεγονός ότι έχω προσεγγίσει το μισό της προσδοκώμενης διάρκειας ζωής ενός μέσου ανθρώπου. Αναρωτιέμαι, μάλιστα, αν υπάρχει «ανθρώπινη φύση», ή είναι απλώς η φύση, που παίζει το δικό της παιχνίδι, χλευάζοντας την προσκόλληση του ανθρώπου να δημιουργεί γενικευμένες θεωρίες για κάτι που είναι εντελώς τυχαίο…

27/9/09

Σκαλίζοντας τον λαβύρινθο των ανθρωπίνων σχέσεων.


Ένας DVD-μαραθώνιος πάντα σε αφήνει με ένα κάρο εντυπώσεις και συναισθήματα που συνωστίζονται άτακτα αναζητώντας μονοπάτι διαφυγής. Όπως σε όλα τα πράγματα που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, μέσα στα δρώμενα και τους διαλόγους που εκτυλίσσονται στην οθόνη, αναζητούμε κάτι δικό μας, κάτι που να μας αγγίζει, προσθέτοντας ένα ψίχουλο αυτογνωσίας.

Ομολογώ ότι σε γενικές γραμμές είμαι λάτρης των ταινιών που σου κρατάνε την αδρεναλίνη σε κάπως ανεβασμένα επίπεδα. Όμως ένα λάθος μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με γνωστή διεύθυνση αποστολέα, επανέφερε στην επιφάνεια το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων.
Το μήνυμα σε έβαζε στο τρυπάκι να ανοίξεις λογαριασμό σε κάτι που αποδείχτηκε κοινωνικό δίκτυο γνωριμιών. Η φυσική περιέργεια, ως συνήθως, υπερίσχυσε της κοινής λογικής και μπήκα στον πειρασμό να δώ πως λειτουργεί.
Όντας γυναίκα, στο πρώτο 24ωρο δέχτηκα καταιγισμό μηνυμάτων από άρρενα μέλη, κάθε ηλικίας, σε βαθμό να αναρωτηθώ μήπως είμαι η τελευταία εκπρόσωπος του γυναικείου φύλου σ’ αυτόν τον πλανήτη. Το δεύτερο που σόκαρε ήταν η ωμή αμεσότητα με την οποία τα μέλη προσέγγιζαν το βασικό ένστικτο της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Απέχω πολύ από το να είμαι πουριτανή, όμως και το «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσαμε» έρχεται κάπως βαρύ για το πεπτικό μου σύστημα.
Αναζήτησα «χωνευτικό» στην ταινιοθήκη του υπολογιστή μου.

Στο «Before sunset» άκουσα την ηρωίδα να επαναλαμβάνει τις σκέψεις μου:
”… νιώθω σαν φρικιό, που δεν μπορώ να ξεπεράσω
εύκολα μια σχέση.
Πολλοί έχουν κανονική σχέση χωρίζουν και απλά, την ξεχνούν. Συνεχίζουν τη ζωή τους λες και δεν έγινε τίποτε.
Ξέρω ότι δε θα ξεχάσω κανέναν από τους εραστές μου. Ο καθένας τους είχε τη δική του ξεχωριστή ύπαρξη. Δεν αντικαθίσταται κανείς. Ότι χάνεται, χάνεται.
Η κάθε σχέση όταν τελειώνει με σακατεύει. Ποτέ δε γιατρεύομαι.
Γι’ αυτό φοβάμαι τις σχέσεις, γιατί πονάνε πολύ. Και δε μ’ αρέσει ούτε το πήδημα της μιας βραδιάς γιατί χάνω τα πιο μικρά και πολύτιμα πράγματα απ' αυτόν τον άνθρωπο…”

Πήρα βαθειά ανάσα: Όχι, δεν έχω γονιδιακό προφίλ που να με κατατάσσει στα πράσινα ανθρωπάκια τα οποία επισκέπτονται τον πλανήτη μας καβάλα σε ιπτάμενους δίσκους. Ή τουλάχιστον δεν είμαι η μόνη…

Στην καταληκτική σκηνή του Breakfast at Tiffanys ο πρωταγωνιστής δηλώνει αποφασιστικά:
«Ξέρεις τι συμβαίνει με σένα, δις Όποια-Κι-Αν-Είσαι;
Είσαι κότα. Δεν έχεις κότσια.
Φοβάσαι να πεις: Εντάξει, η ζωή είναι ένα δεδομένο.
Οι άνθρωποι ερωτεύονται. Οι άνθρωποι ανήκουν σε άλλους γιατί είναι η μόνη τους ευκαιρία να γίνουν ευτυχισμένοι.
Αποκαλείς τον εαυτό σου wild thing. Φοβάσαι πως κάποιος θα σε κλείσει σ’ ένα κλουβί. Λοιπόν, μωρό μου, είσαι ήδη μέσα στο κλουβί.
Το έχτισες μόνη σου. Και δεν έχει όρια στο Τούλιπ, το Τέξας ή το Σομάλιλαντ. Βρίσκεται όπου κι αν πας.
Γιατί όπου κι αν τρέξεις καταλήγεις να τρέχεις πίσω στον εαυτό σου.»

Αυτό και αν είναι γεγονός! Αναρωτιέμαι πόσοι ακόμα Όποιοι –Και-Αν –Είναι, άνδρες και γυναίκες, προσπαθούν να αποφύγουν αυτήν την αλήθεια πίσω από το προπέτασμα του «χωρίς δεσμεύσεις σεξ».
Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω. Έχω υπάρξει κότα. Μπορεί να είμαι και ακόμα. Όμως μου είναι αδύνατο να αρνηθώ την προοπτική εκείνης της κατάστασης ευφορίας, όταν η σκέψη και μόνο ενός ανθρώπου σε κάνει να περπατάς στο δρόμο χαμογελώντας σαν χαζός, με τα χρώματα γύρω σου να φαίνονται πιο λαμπερά, και τον αέρα που εισπνέεις- ευχάριστα δροσερό στα πνευμόνια σου, και ας έχεις μόλις φάει στα μούτρα το φτύσιμο από εξάτμιση λεωφορείου.

Και είναι και εκείνοι οι στοίχοι του Pablo Neruda, που συμπληρώνουν:
«Ήμουνα μόνος κι έρημος, σαν το τούνελ καληώρα.
Με βλέπαν τα πουλιά και φεύγανε,
Και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική,
Για να μείνω εγώ ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο,
Σ’ έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα…»

Αχ, γιατί οι άνθρωποι να είναι τόσο κότες;

17/2/09

Love is...

enduring centuries together. 
 
Διανύουμε μήνα ερωτικό. Τι και αν η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου πέρασε αθόρυβα… «Love is in the air» , όπως λέει και το τραγούδι. Είναι αυτή η γλυκιά προσμονή πως κάτι νέο, ελπιδοφόρο θα συμβεί και ας είναι μόνο τα μπουμπούκια που θα κάνουν την πανηγυρική τους εμφάνιση. Φημολογείται μάλιστα πως αυτή η ίδια η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου είναι εκφυλιστικό κατάλοιπο αρχαίας Ρωμαϊκής γιορτής, που ήθελε τους άνδρες ντυμένους σε προβιές να κυνηγάνε παρθένες για να τις… «τις βρέξουν», ώστε να αυξηθεί η γονιμότητά τους. Έρωτας, γονιμότητα, αγάπη, συντροφικότητα… Εκ πρώτης όψεως τόσο διαφορετικές μεταξύ τους έννοιες γίνονται ένα κουβάρι για να καταλήξουν σ’ αυτό που αποκαλούμε «σχέσεις ζωής». Μέσα στο γενικότερο κλίμα της απομυθοποίησης που με διακατέχει αυτήν την περίοδο της ζωής μου, δεν ήθελα να αφήσω τίποτα όρθιο. Ούτε καν τα ροζ συννεφάκια με τις καρδούλες που έχουν ιδιαίτερη πέραση στο γυναικείο φύλλο.
Μεταξύ άλλων, λοιπόν, ανακάλυψα , πως στους ερωτικούς παραλληλισμούς με δρώμενα του ζωικού βασιλείου, τα…κουνέλια ξεπεράστηκαν πια και το καινούριο πιασάρικο σλόγκαν είναι «κάντε το σαν τα ινδικά χοιρίδια». Σε όσους είναι άγνωστο το είδος, αναφέρω πως πρόκειται για τρωκτικά, λίγο μεγαλύτερα από χαμστεράκια, και ιδιαίτερα αγαπητά στους ανά τον κόσμο ερευνητές των βιολογικών επιστημών. Το μεγάλο πλεονέκτημα του είδους είναι ότι αναπαράγεται κατά δεκάδες (τη φορά), και γι’ αυτό είναι βολικό εξιλαστήριο θύμα στο βωμό της επιστήμης.
Όμως δεν είναι η υπογεννητικότητα, που μαστίζει της ανεπτυγμένες χώρες τα τελευταία χρόνια, που έφερε στο προσκήνιο τα συμπαθέστατα τρωκτικά, αλλά μάλλον ο αυξημένος αριθμός των διαζυγίων. Εκτός λοιπόν από εξαιρετικά καρποφόρα, τα ζωάκια αυτά είναι και υποδειγματικοί εραστές, καθώς διαλέγουν το ταίρι τους μια φορά στη ζωή τους και για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.
Άραγε, εκτός από πειραματόζωα για την ανακάλυψη της λειτουργίας των γονιδίων θα γίνουν και πειραματόζωα για την ανακάλυψη της λειτουργίας του έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι η καρδιά είναι μάλλον το λάθος όργανο για να συμβολίζει τα τρυφερά αισθήματα των εραστών. Ο εγκέφαλος θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα, για να μην μιλήσουμε για τους ενδοκρινείς αδένες που στερούνται παντελώς καλαισθητικής καταλληλότητας ως ρομαντικά σύμβολα. Επομένως λοιπόν, γιατί να μην ξεπερνάμε την ερωτική απογοήτευση με…ερωτικά χαπάκια, κατά τρόπο αντίστοιχο που χειριζόμαστε τον υποθυρεοειδισμό; Ή, όπως προτείνει στο παρακάτω βίντεο ο John Hodgman, κατά τρόπο πιο σύγχρονο, με …εισπνεόμενα σπρέι για πριν το κρεβάτι. 
 

Το διεστραμμένο μου μυαλό ήδη φαντάζεται την σουρεαλιστική απεικόνιση του «Love is in the air» , μετά από ρήψη βόμβας …ερωτικού αερίου. 
 
Επομένως, ο έρωτας ή και η αγάπη δεν είναι τίποτα άλλο από παιχνίδια του μυαλού, πολύ παρόμοια με αυτά που γεννούν οι παραισθησιογόνες ουσίες. Άλλο ένα τέχνασμα της φύσης, ώστε να διασφαλίσει τον επαρκή ρυθμό διασταυρώσεων που θα διαιωνίσει το είδος. Όπως λέει και ο Erich Fromm: «Η αγάπη είναι η μόνη λογική και ικανοποιητική απάντηση στο άλυτο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης.». Ακούγεται σκληρό και πικρόχολο, όμως καλύτερα να δεις την πραγματικότητα κατάματα παρά να βιώνεις διαρκώς μια φαντασίωση.
Βέβαια, το γιατί διαλέγουμε το άτομο που τελικά αποδιοργανώνει τον εγκέφαλό μας, συνεχίζει να είναι πρόβλημα της ψυχολογίας. Απ’ ότι φαίνεται, το «Μου θυμίζεις τη μάνα μου» του λαϊκού άσματος ίσως να είναι μια μεγάλη επιστημονική αλήθεια για τον τρόπο που διαλέγουμε τον σημαντικό «κάποιον». Λυπηρό, κατά την γνώμη μου, γιατί καταλήγουμε συχνά να ανακυκλώνουμε πρότυπα σχέσεων και συμπεριφορών, που απέχουν πολύ από αυτό που πραγματικά ποθεί η ψυχή μας… Μετά απ’ όλη αυτή τη φιλολογία, μπορώ με σιγουριά να ισχυριστώ πως προτιμώ να είμαι ερωτευμένη παρά ναρκομανής, ακόμα και αν οι τελικές συνέπειες των δύο καταστάσεων μπορεί να καταλήξουν πολύ παρόμοιες. Ίσως τελικά είναι αυτό που λέει και ο Mark Twain: «Είναι εντελώς ακαταμάχητη η επιθυμία του να είσαι ακαταμάχητα επιθυμητός», κατάσταση την οποία ορίζει ως αγάπη.
 
Φωτογραφία της ανάρτησης είναι τα απομεινάρια ενός Ρωμαίου και μιας Ιουλιέτας 5000 ετών που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στη Βερόνα της Ιταλίας. Μπορεί βέβαια να ήταν απλά αδέρφια, όμως η ρομαντική εκδοχή φαντάζει πολύ πιο ελκυστική και φυσικά ταιριάζει περισσότερο στο μεσογειακό μας ταμπεραμέντο.

17/8/08

Οι έρωτες, καρδιά μου, δεν πεθαίνουν μα κοιμούνται

για να μπορούν κρυφά να κοροϊδεύουν τον καιρό...

Στις ατέλειωτες ώρες, στις παραλίες με τα καταγάλανα νερά, βρέθηκα να ξεφυλλίζω το βιβλίο της Μάρως Βαβουνάκη «Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης». Συνέπεσε (τυχαία άραγε;) με μια γενικότερη διάθεση που με διακατέχει τους τελευταίους μήνες, της αναπόλησης παλιών και περασμένων, στιγμών και ανθρώπων που περάσανε από την ζωή μου, και που συνεχίζουν ή όχι να με επηρεάζουν με την παρουσία τους στις σκέψεις μου.

Ο έρωτας πάντα είχε κυρίαρχο ρόλο στη ζωή μου. Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ καλύτερη περιγραφή του πως αντιλαμβάνομαι την έννοια του έρωτα, από αυτήν που βρήκα στις σελίδες του βιβλίου: «Να θες να ζήσεις σε βαθμό θανάτου με τον αγαπημένο. Να θες να διαλυθείς μέσα στη δική του σάρκα και να αφανιστείς μέσα στο δικό του αίμα, για να υπάρξεις περισσότερο.» Είναι αυτό το συναίσθημα που «σε μεταβάλλει σε σπόρο που από μόνος του ποθεί να ζήσει πεθαίνοντας, βυθιζόμενος στο χώμα του άλλου». Υπό αυτήν την έννοια δεν μπορεί παρά να είναι μοναδικός. Δεν χωράει αντικαταστάτες και υποκατάστατα. Και φυσικά ούτε διακανονισμούς και ρόλους.

«Είναι, και αυτό είναι αρκετό.
Και ονειρεύεται πολύ...»

Και όταν ένας έρωτας πεθάνει «πονάει, γιατί δεν πονάει μόνο για εκείνο που συνέβη, αλλά κυρίως, για εκείνο που παραλίγο να συμβεί.». Και όμως ακόμα και τότε δεν θέλεις να συμβιβαστείς με κάτι λιγότερο από αυτό που είχες νιώσει. Η σκέψη και μόνο του συμβιβασμού σε κάνει να αισθάνεσαι σαν να το μαγαρίζεις. Προτιμάς να πονάς παρά να αναπολείς αυτά που θα ήθελες να αισθανθείς και δεν νιώθεις πλέον...

«Που πάει ο έρωτας όταν πεθάνει,
σε ποιο αστέρι, σε ποιον ουρανό;»

Τι είναι αυτό που χάνεται άραγε; Είναι η εμπιστοσύνη; Ή είναι τα κοινά όνειρα, που παύουν να είναι κοινά; Ή είναι απλά η συσσωρευμένη απογοήτευση, από τα πράγματα που χρόνια περίμενες, και που ποτέ δεν γεύτηκες γιατί απλά απευθυνόταν στο «φάντασμα» του άλλου, τον ιδανικό άλλο, και όχι το υπαρκτό πρόσωπο που ήταν δίπλα σου;

Η απομυθοποίηση ίσως είναι αυτή που τσούζει περισσότερο, μαζί με την συνειδητοποίηση ότι αυτός που θεωρούσες ως «το άλλο σου μισό» ουδέποτε κατάφερε να δει την πραγματική σου υπόσταση... Είναι αυτό που ξέρεις, και αυτό που νομίζει ο άλλος ότι δεν ξέρεις, που μετατρέπουν το ροζ συννεφάκι σε μουντό και γκρίζο νέφος, το οποίο κάθεται σαν μουντζούρα πάνω στα καλογυαλισμένα μπιμπελό των ονειρικών σου «θέλω».

Και τότε είναι που λες:

«Πιο καλή η μοναξιά,
από σένα που δεν φτάνω,
μια σε βρίσκω μια σε χάνω....»

Και η Μ. Βαμβουνάκη συμπληρώνει: «Η μοναξιά είναι το ορυχείο της δύναμης και της αυτογνωσίας. Μια μοναξιά , όμως, που δεν αποτελεί καταφύγιο δειλίας. Η επιλεγμένη μοναχικότητα, όχι η εξαναγκαστική. Ένας ελεύθερα μόνος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει τον άλλο. Γιατί δεν τον φοβάται, δεν εξαρτάται από αυτόν, δεν τον χρησιμοποιεί, δεν τον απομυζά για να πάρει ζωτικούς χυμούς.»

Για χρόνια φοβόμουνα την μοναξιά. Μέχρι που συνειδητοποίησα ότι το να φοβάσαι την μοναξιά είναι σαν να φοβάσαι τον εαυτό σου. Και έπειτα, πώς να βρεις το άλλο σου μισό όταν αποφεύγεις να αντιμετωπίσεις το δικό σου μισό; Και τότε είναι που την αγάπησα. Έγινε η καλύτερή μου φίλη, και το καταφύγιό μου όποτε έχω ανάγκη να ανασυνταχθώ και να ξανασχεδιάσω των χάρτη της ζωής μου.

Μπορεί ένας έρωτας να αναζωπυρωθεί; Να αναγεννηθεί από τις στάχτες του; Και αμέσως δημιουργείται ο αντίλογος: είναι άραγε έρωτας αυτό ή η ανάγκη για παρουσία ενός «άλλου», ενός οποιουδήποτε άλλου που απλά θα γεμίσει το κενό μιας ζωής χωρίς όνειρα και στόχους;

Πεθαίνει ο έρωτας άραγε ή κοιμάται; Και αν απλά κοιμάται, πόσο «ελαφρύς» μπορεί να είναι ο ύπνος του;

9/7/08

Μικρή εξομολόγηση σε έναν ιδανικό φίλο


«Ο άνθρωπος την χρειάζεται την εξομολόγηση», όπως λέει η Βαμβουνάκη. Περισσότερο για να ακούσει ο ίδιος τις σκέψεις του, να τις μοντάρει, για να ταιριάζουν τελικά στο καλούπι του είναι του.

Για χρόνια με κατατρέχει ένα όνειρο. Γεννήθηκε πριν πολύ καιρό, τότε που καθόμουνα δίπλα στην αδερφή μου, σ’ έναν παλιό καναπέ στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων, και κρεμόμουν από τα χείλη της, ακούγοντας το ένα παραμύθι πίσω από το άλλο.

Με την πάροδο του χρόνου, το όνειρο άλλαξε πολλές φορές μορφή, διατηρώντας πεισματικά τον βασικό του σκελετό, που μπορεί να περιγραφεί από δυο λέξεις, Ευτυχία και Πληρότητα, μέσα σε ένα background από άπλετο φως.

Αναρωτήθηκα πολλές φορές για το βαθύτερο περιεχόμενο που μπορεί να έχουν αυτές οι δύο λέξεις. Σαν εικόνες σε ένα παιδικό καλειδοσκόπιο, άλλαζαν χρώμα και σχήμα στην πορεία της ζωής μου. Όμως πάντα υπήρχε η σκιά ενός σημαντικού κάποιου, που πρόσθετε το θεμέλιο λιθαράκι , γύρω από το οποίο περιστρέφονταν όλα τα άλλα. Και άνοιγε, η καρδιά, και φύραινε, για να χωρέσει τον αγαπημένο, και μετά κίναγε για αλλού ο αγαπημένος, και η καρδιά έμενε να κρέμεται σαν απομεινάρια από σκασμένο μπαλόνι.

«Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,» συνήθιζαν να μου λένε όλοι γύρω μου. Κάπου βαθειά μέσα μου κράταγα τις επιφυλάξεις μου. Εγώ άλλαζα , άρα πρέπει να αλλάζουν και οι άλλοι. Το θέμα είναι προς πια κατεύθυνση. Την βολική ή την άλλη;

Δεν θα πάψω ποτέ να πιστεύω ότι δεν μπορεί κανείς να θέτει όρους και να ζητάει συγκεκριμένους ρόλους. Αυτά διαμορφώνονται στην πορεία. Εκτός και αν δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον για το άτομο ως άτομο, αλλά μόνο για τους ρόλους και τη σωστή τήρηση των όρων. Όμως τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με την Ευτυχία και την Πληρότητα;

Και έπειτα είναι και η Συνέπεια. Δεν μιλάω για την εκτέλεση των όποιων καθηκόντων μας προς τους άλλους. Αλλά την πραγματοποίηση των υποσχέσεων στον ίδιο μας τον εαυτό. Πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των άλλων, όταν, ενώ διατυμπανίζουμε την ανάγκη να κάνουμε κάποια πράγματα, δεν καταβάλουμε καμία προσπάθεια για να τα πετύχουμε;

Δεν μ’ ενδιαφέρει πια να παίζω κρυφτό με τα ίδια μου τα αισθήματα. Ούτε μ’ ενδιαφέρει να ψάχνω στις τσέπες ενός κρεμασμένου σακακιού, για ξεχασμένα σημειώματα, που μπορεί κάτι να μου πούνε για τις πραγματικές σκέψεις και προθέσεις του ιδιοκτήτη του. Όποιος διαλέγει να μην είναι ειλικρινής, απλά αποφασίζει ότι δεν μπορεί να έχει καμία σχέση μαζί μου.

Δεν είναι τόσο τραγική τελικά η μοναξιά. Πιο τραγική βρίσκω την εκδοχή, μια ζωή να προσπαθείς να απλώσεις τα πόδια σου, όντας σε ένα κοφίνι που σε χωράει μόνο διπλωμένο.

19/6/08

Sex story

Δεν ξέρω αν φταίει το βιαστικό καλοκαιράκι, με την έξαρση του «τα πετάω όλα έξω» που το συνοδεύει, ή αν απλά είναι τυχαία σειρά συμπτώσεων. Όπως και αν έχει, συνέβη τις τελευταίες μέρες να επανέλθει στο προσκήνιο ένα παλιό (εώς αρχαίο) θέμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το σεξ!

Είχα καιρό να διαβάσω κάποιο βιβλίο και η απραξία του προηγούμενου τριημέρου με ενέπνευσε στο να σκαλίσω τα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Το μάτι έπεσε σε ένα βολικά λεπτό βιβλιαράκι με τον τίτλο «Ο κόσμος του σεξ» του Χενρι Μιλερ. Για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι πραγματιστική αυτοβιογραφική αφήγηση δοκιμιακού χαρακτήρα, όπου ο συγγραφέας δικαιολογεί την τάση που έχει στα (πρώτα, τουλάχιστον, γνωστά) βιβλία του, να περιγράφει τις ερωτικές του φαντασιώσεις και περιπέτειες, με την γλώσσα που τους αρμόζει.

Βλέπετε, τον καιρό που γράφτηκαν, τα βιβλία του χαρακτηρίστηκαν ως πορνογραφικά. Υποπτεύομαι πως κάποιοι πιστοί στο ρητό «τα εν οίκω ουκ εν δήμο» το έκαναν, φοβούμενοι μην τυχών και χαλάσει η ερεθιστική επίδραση του απαγορευμένου, στις οικόσιτες φαντασιώσεις τους.

Εκεί, λοιπόν, που είχα απορροφηθεί από το διάβασμα σκάει το τηλεφώνημα από εργένη φίλο μου, ο οποίος δήλωνε απόλυτα εξοργισμένος με το γεγονός οτι οι γυναίκες που γνωρίζει (και είναι πολλές οφείλω να ομολογήσω) ...δεν τον θέλουν για το κορμί του! Το τηλεφώνημα πήρε τη μορφή ολονυκτίας, όπου προσπαθούσα να τον αποτρέψω από το να βγάλει σε δημοψήφισμα αποκαλυπτικές φωτογραφίες του εαυτού του, για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό. (Πήγα πάσο μόνο όταν διαπίστωσα ότι εναλλακτικά θα έπρεπε να δολοφονήσει έναν ενοχλητικό αντίζηλο, με τον οποίον συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: τον θέλουν όλες για το κορμί του...)

Η έλλειψη ύπνου, την επόμενη μέρα λειτούργησε ως αφροδισιακό για να κάνω... σεξ καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας , προσπαθώντας να σταθώ στο ύψος των καθημερινών μου υποχρεώσεων, ζώντας σε μια πόλη μπορδέλο. Μπαίνοντας στο σπίτι αργά το βράδυ, βρήκα τον γάτο μου να περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, βγάζοντας όσο αρρενωπή φωνή μπορεί να βγάλει ένας teenager γάτος, σε μια προσπάθεια να εκτονώσει τις ορμές που του γέννησε η γειτόνισσα της διπλανής πόρτας. Ως εδώ και μη παρέκει!

Άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως έχω κάποιο είδος διαστροφής που δεν εκδηλώνω σύνδρομο στέρησης, σε καταστάσεις που επιβάλλουν αποχή από την αναπαραγωγική δραστηριότητα. Να είναι θέμα φύλου ή σεξουαλικότητας; Και σαν να μην έφτανε αυτό, βρέθηκε και άνθρωπος να με ρωτήσει γιατί δεν χρησιμοποιώ θηλυκό ψευδώνυμο στο blog. Λες να...; Με όλη αυτήν την φιλολογία περί αμφισεξουαλικών προτιμήσεων και ομοφυλοφιλικών σχέσεων που γίνονται τον τελευταίο καιρό αγχώθηκα!

Μπήκα λοιπόν στο διαδίκτυο να μορφωθώ, και πέφτω πάνω σε τεστ που εξετάζει το φύλο του μυαλού σου. (Αν θέλετε να δοκιμάσετε την τύχη σας, ΕΔΩ) Εκεί ήταν το κερασάκι στην τούρτα! Σε σκόρ από 0-100 προς θηλυκό ή αρσενικό, παίρνω το απόλυτο 0. Έχω ερμαφρόδιτο μυαλό! Να χαρώ άραγε ή να κλάψω;

Πριν αποφασίσω τι θα έπρεπε να κάνω είπα να το φιλοσοφήσω το θέμα, (τι διάολο αμπελοφιλόσοφος είμαι, έστω και με η ως άρθρο!). Ξανάνοιξα τον Μίλερ: «Όταν σκέφτομαι το σεξ, το φαντάζομαι σαν μια επικράτεια που έχει εξερευνηθεί μονάχα τμηματικά, το μεγαλύτερο μέρος, για μένα τουλάχιστον, παραμένει μυστηριώδες και άγνωστο, και πιθανόν προορισμένο να μείνει ανεξιχνίαστο για πάντα. Μας περιβάλλει ένα πέλαγος δυνάμεων που μοιάζουν να αψηφούν την αδύναμη και ισχνή νοημοσύνη μας. Έως ότου αποδεχθούμε το γεγονός ότι η ίδια η ζωή θεμελιώνεται στο μυστήριο, δεν θα έχουμε μάθει τίποτα.».

Εξίσου ενδιαφέρουσα βρήκα και την άποψή του περί της διαφοράς, με την οποία αντιμετωπίζουν το θέμα τα δύο φύλα . « Μισή ευκαιρία να της δώσεις, και μια γυναίκα σου προσφέρει όλο της το είναι. Το έχει μέσα της από ένστικτο. Ο άντρας όχι! [...] Για τους άντρες το αληθινό δράμα πάντα παίζεται στο παγκόσμιο προσκήνιο. Το δράμα της συνύπαρξης, που είναι το δράμα κάθε ανθρώπου και μάλιστα είναι εξόχως ζωτικό, διεισδύει στη συνείδηση του αρσενικού μονάχα όταν είναι αντιμέτωπος με το διαζύγιο. [...] Ελάχιστοι άνδρες μοιάζουν ικανοί να αντιληφθούν τη σχέση με το άλλο φύλο σαν ένα δημιουργικό αγώνα.»

Κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτή του η άποψη μοιάζει να συμφωνεί με τις τελευταίες έρευνες σχετικά με την σεξουαλικότητα των δύο φύλων. Ο μύθος της ανοργασμικής γυναίκας διαλύεται, αφήνοντας να φανεί απλά η συνθετότητα των ερεθισμάτων που οδηγούν τον άνθρωπο γένους θηλυκού στον δικό του οργασμό (Scientific American, 5/2008). Η έκπληξη των ερευνητών ήταν να ανακαλύψουν πως η σεξουαλική διέγερση του γυναικείου εγκέφαλου επιτυγχάνεται με ευρύτερη γκάμα ερεθισμάτων απ’ ότι αυτού, του άνδρα. Από την άλλη, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανακάλυψη ότι, κατά την στιγμή του γυναικείου οργασμού, υπάρχει «κατέβασμα του διακόπτη» σε περιοχές του εγκεφάλου που ευθύνονται για την ένταση και τις αναστολές, καθώς επίσης και μειωμένη ενεργοποίηση των κέντρων που ευθύνονται για την κρίση και αντανακλαστική αντίδραση.

«Ο φόβος και το άγχος, οποιουδήποτε είδους, θα πρέπει να αποφεύγονται με κάθε κόστος», τονίζουν οι ερευνητές, «για να φτάσει η γυναίκα στο σημείο του οργασμού». Και σαν να μην φτάνει αυτό, η αυξημένη, αυτήν τη φορά, ενεργοποίηση κέντρων που συσχετίζονται με την έκφραση εκδηλώσεων αγάπης, συνηγορούν στην υπόθεση ότι ο συναισθηματικός δεσμός του θηλυκού με τον παρτενέρ της είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την σεξουαλική ευχαρίστηση.

Μετά απ' όλη αυτή τη φιλοσοφία, νομίζω ότι δεν είναι τόσο κακό να έχεις ερμαφρόδιτο μυαλό. Σε τελική ανάλυση το χρησιμοποιείς κατά περίσταση, και κατά πως σε βολεύει. Άλλωστε, «το παν στη ζωή είναι η αυτοέκφραση. Όχι το τι εκφράζεις ή το πώς, αλλά απλώς το να εκφράζεις τον εαυτό σου», όπως λέει και ο Μίλερ.


23/4/08

Περί ορέξεως, κολοκυθόπιτα.

Έκλεισα το τηλέφωνο και με ζώσαν οι τύψεις. «Τι σου έφταιγε τώρα ο άνθρωπος; Σου είπε τίποτα κακό; Απλά ότι του αρέσει να σε βλέπει και να κάνετε παρέα...» «Ναι, αλλά εγώ δεν θέλω! Γιατί...Γιατί έτσι!!»

Νομίζω ότι έχω ανάγει την απόρριψη σε επιστήμη. Η προσέγγισή μου θυμίζει συνηθισμένη τακτική ηρώων ηλεκτρονικών παιχνιδιών: εκεί που το πλασματάκι είναι απόλυτα φιλικό και συζητήσιμο, με το που θα πεις την κατάλληλη ατάκα, μετατρέπεται σε τερατάκι και σε τρώει. Κατά τρόπο αντίστοιχο, με το που περάσει κάποιος τα αόρατα σύνορά μου, ξαφνικά αρχίζει και βαράει η σειρήνα του συναγερμού και πετιέται μια αναβοσβήνουσα ταμπέλα που γράφει με τεράστια γράμματα: «Προσοχή δαγκώνει!». Δεν λέω, η τακτική έχει αποδειχτεί εξαιρετικά αποτελεσματική, μιας και ακόμα και οι πιο τολμηροί δεν κατάφεραν να πλησιάσουν κοντύτερα από απόσταση βολής πυραύλου!

Δεν τον καταλαβαίνω τον εαυτό μου... Δεν τον καταλαβαίνω καθόλου! Αλήθεια σας λέω... Έχω επενδύσει σεβαστές ποσότητες χρόνου και χρήματος, για να εξοπλιστώ με όλα τα κατάλληλα σύνεργα και αξεσουάρ που να μου επιτρέπουν να μην περνάω (τελείως) απαρατήρητη, και όταν βρίσκεται κάποιος να με διαβεβαιώσει ότι οι προσπάθειές μου δεν ήταν μάταιες, μόνο που δεν τον βρίζω...Εξοργιστικό και όμως αληθινό!

Πείτε με τρελή, αλλά οι συνηθισμένες αβρότητες που χρησιμοποιούνται στην πιάτσα: κολακεία σύννεφο, εκδηλώσεις υπερβολικού θαυμασμού, χειροφίλημα (ούτε παπάς να ήμουνα!) όχι απλά δεν με συγκινούνε , αλλά με κάνουν να αισθάνομαι άβολα σε σημείο εκνευρισμού! Από την άλλη, η χύμα προσέγγιση του «γουστάρεις να ζευγαρώσουμε», προς μεγάλη απογοήτευση των οπαδών της, δεν ξυπνάει μέσα μου το ζώο, αλλά μάλλον τον κυνικό εαυτό μου, που είναι εξίσου δραστικό με ένα παγωμένου ντους.

Δεν τα πήγαινα που δεν τα πήγαινα ποτέ καλά με τα συνήθη κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς, τώρα τελευταία έχω παρατηρήσει ότι μου δημιουργούν μια γκάμα αλλεργικών αντιδράσεων, που ξεκινάνε από απλό ξερόβηχα, και φτάνουν μέχρι την άκρως ευχάριστη συμπεριφορά –παγόβουνο. Λέτε να είναι σοβαρό;;;

12/2/08

Τα λυπημένα ζευγάρια εναντίον του yin και yang

...ή μύθοι και πραγματικότητα της θεωρίας του έτερου ήμισυ...




















«Τα λυπημένα ζευγάρια» της Μαρίας Χούκλη
Βράδυ Σαββάτου, τους συναντάω στο φανάρι όσο να ανάψει το κόκκινο.
Είναι η εικόνα της σιωπής με όλα της τα λούσα, τη βροντώδη παρουσία της, το σκληρό περίγραμμα της, αυτό το πυκνό κενό που αστράφτει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους.
Ας μιλήσουμε για τα λυπημένα ζευγάρια που δε λένε τίποτα πια μεταξύ τους, σαν να τα έχουν πει όλα, που περιβάλλονται από μια τάφρο σιωπής, τα τοίχοι που τους προστάτευαν κατέρρευσαν χωρίς να το πάρουν είδηση.
Ποιοι ήταν άραγε οι βάρβαροι που το κονιορτοποίησαν; Και τώρα κοιτούν με μισόκλειστα μάτια τους άλλους ήσυχα, ξέπνοα, απόντες από το παρόν τους για λίγο, όσο να ανάψει το φανάρι.
Δεν μπορεί θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια.

Εκείνος στο τιμόνι τραβηγμένος στην άκρη κοιτάζει έξω από το παράθυρο όχι το δρόμο αλλά τη ζωή του, κι εκείνη σφιγμένη στη άλλη άκρη γράφει και σβήνει τη δική της ζωή στο τζάμι που αντανακλά τη φρόνιμη φιγούρα της.

Χαζεύουν τους περαστικούς αλλά δεν τους βλέπουν. Κοιτάζουν ώρα τώρα η μήπως από χρόνια μέσα τους; Ούτε ένα βλέμμα δε χαρίζουν ο ένας στον άλλο σαν να μη τους περισσεύει, σαν να τα ξοδέψανε όλα, κοιτάγματα, λόγια, αγγίγματα, σα να βολεύονται με τη σιωπή. Μέσα υπάρχει το όχι έξω κοχλάζει το ναι. Μονομάχοι της συμβίωσης.

Τα όπλα τους τα έχουν διαλέξει από καιρό και τα ακονίζουν ο καθένας μόνος του. Βουβά παράπονα, ακυρωμένα θέλω, ξεθυμασμένες επιθυμίες, κάτι ρετάλια όνειρα, ανώδυνα μυστικά, μικρές προδοσίες, ανεμικές υποσχέσεις πως όλα αύριο θα' ναι αλλιώς, δείχνουν τόσο λυπημένοι και θυμωμένοι αλλά δεν ξέρω γιατί.

Άλλαξε η μεταξύ τους γεωγραφία, μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η σχέση τους μοιάζει με ήπειρο που κουραστήκαν η βαριούνται πια να εξερευνήσουν. Δε μπορεί θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια.
Το ραδιόφωνο όσο να ανάψει το φανάρι παίζει τα δικά του αλλά εκείνοι ακούνε το κονσέρτο για έναν άνθρωπο, μια λύπη, ένα παράπονο, σιγοψιθυρίζουν την ωδή που έχει γραφτεί για τη πλήξη και τη μοναξιά. Πόσο λυπημένα δείχνουν τα ζευγάρια έτσι όπως περιμένουν να ανάψει το φανάρι και να ξαναμπεί σε κίνηση η ζωή τους.

Περιμένουν πως και πώς να δραπετεύσουν από τη μέσα τους ξενιτιά.

Τους βλέπω να ξεκινούν αλλά είναι ακόμα λυπημένα τα ζευγάρια...

 
Μια από τις λίγες φορές που αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τετράτροχο χωρίς να το μετανιώσω... Σε ένα από τα κόκκινα φανάρια άκουσα στο ραδιόφωνο την φωνή της Τάνιας Τσανακλίδου να απαγγέλλει το παραπάνω κείμενο. Ασυναίσθητα κοίταξα γύρω μου...Ο δρόμος ήταν άδειος (ποιος τρελός θα κυκλοφορήσει 7:30 πμ Σαββατιάτικα!) όμως με τα μάτια του μυαλού μου μπορούσα εύκολα να φανταστώ την σκηνή. Αλίμονο! Τόσες φορές έχω πρωταγωνιστήσει σε real time αναπαράσταση... Και είμαι πανευτυχής που δεν ανήκω πια στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Αναζήτησα το κείμενο στο διαδίκτυο και προς μεγάλη μου έκπληξη το βρήκα σε ένα άλλο blog, να παραλληλίζεται με τις προσωπικές εμπειρίες του συντάκτη.
Κοινό μυστικό, λοιπόν...
Από τα γεννοφάσκια μας τρεφόμαστε με την ιδέα ότι «θα μεγαλώσουμε, θα βρούμε την πριγκίπισσα ή τον πρίγκιπα μας»…(«Kαι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα») Έχουμε αναπτύξει και θεωρίες σχετικά....


Ήταν, λέει, κάποτε οι άνθρωποι με τέσσερα πόδια και τέσσερα χέρια και πρόσωπο στις δύο πλευρές του κεφαλιού και ήταν τόσο δυνατοί που θέλησαν να φτάσουν στον Όλυμπο και να πάρουν την οικία των θεών. Τσατίστηκε, λοιπόν, ο Δίας και τους έκοψε στη μέση. (Σοφή κίνηση: και παραπάνω προσφορές θα έπαιρνε γιατί θα είχε διπλάσιους ανθρώπους και θα δεν θα κινδύνευε να χάσει το σπίτι του!!) Επειδή όμως δημιουργήθηκε πανικός, τους λυπήθηκε και έκανε το ένα μισό θηλυκό και το άλλο μισό αρσενικό, έτσι ώστε μέσα από την ένωσή τους να αναβιώνουν το αίσθημα της πληρότητας. Kαι από τότε... ψάχνονται!!

Τώρα τι πήγε στραβά και αντί για πληρότητα νιώθουν μεγαλύτερο κενό, είναι άλλο καπέλο...
 
 Στην Κινέζικη φιλοσοφία έχουμε μια πιο εξωτική εκδοχή του θέματος. Έχουμε την θεωρία του yin και yang, δύο αλληλοσυμπληρούμενων αντιθέτων, που δεν μπορούν να υπάρξουν ξεχωριστά το ένα από το άλλο. Μάλιστα το ένα έχει και ένα μικρό κομματάκι από το άλλο ενσωματωμένο, για να τονιστεί η άρρηκτη σχέση των δύο. Βέβαια ούτε και οι Κινέζοι τα πάνε καλύτερα στην συνύπαρξη του yin και yang. Σε πρόσφατο άρθρο στο Βήμα διάβαζα ότι έχει ιδρυθεί μια ειδική υπηρεσία με ντεντέκτιβ που ανακαλύπτουν τις παρασπονδίες των yin ή yang και μετά τους πιάνουν από το αφτί και τους πάνε στο δάσκαλο (ήτοι σύμβουλος ζευγαριών), μπας και γλιτώσουν κανένα διαζύγιο!!!

Τελικά, ο γιαλός είναι στραβός ή εμείς στραβά αρμενίζουμε?

Ο Βολταίρος, παρ’ ότι προηγούμενης γενιάς είχε μια πολύ ρεαλιστική θέση απέναντι στο φαινόμενο: «Ο Έρωτας είναι καμβάς που μας χαρίζεται από τη φύση, και διανθίζεται από την φαντασία.». Η δε ακραία εκδοχή του φαινομένου είναι η λεγόμενη «ερωτομανία» όπου κάποιος έχει τόση ανάγκη να ερωτευθεί και να νιώσει αυτό το αίσθημα της πληρότητας, που μεταφράζει οποιοδήποτε δείγμα προσοχής σε ερωτικό ενδιαφέρον, σε σημείο που να του γίνεται εμμονή.
Ίσως φταίει το ότι έχουμε μπερδέψει την συναισθηματική πληρότητα με την αλληλοσυμπλήρωση των βιολογικών μας αναγκών. («Οι άντρες ψάχνουν στο ταίρι τους την ομορφιά, ενώ οι γυναίκες τον πλούτο»
Men’s health). Ίσως φταίει το ότι μαζί με την οικολογική ισορροπία έχουμε διαταράξει και την ισορροπία στην φυσική αναζήτηση του συμπληρωματικού μας «εγώ», αντικαθιστώντας την έννοια «συμπληρωματικό» με την έννοια «βολικό». Κάποτε μπορεί να ήταν αναγκαίο κακό, για την επιβίωση και την διαιώνιση του είδους. Σήμερα είναι απλά αποτέλεσμα ανασφάλειας, και υποταγής σε ένα (προς το παρόν) ισχυρό κοινωνικό «πρέπει», που καλούμαστε να εκπληρώσουμε, ως υποδειγματικά μέλη ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.

Το ενδιαφέρον σημείο στην όλη υπόθεση είναι 
ότι κανένας δεν είπε πως η συνύπαρξη με το έτερο ήμισυ είναι αναίμακτη. Μάλιστα, κατά μία άποψη (πιο επιστημονική!), τα δύο μισά παραλληλίζονται με την ύλη και την αντι-ύλη, φυσικές οντότητες, που όταν ενωθούν έχουν σαν αποτέλεσμα ισχυρή έκρηξη με ταυτόχρονη απελευθέρωση τεραστίων ποσοτήτων ενέργειας, ικανών να κινήσουν το σύμπαν. Κατά παρόμοιο τρόπο, η αρχική συνεύρεση ων δύο μισών μπορεί να είναι...εκρηκτική, που ως τόσο εξελίσσεται τελικά σε μια δημιουργική αρμονία. (Aυτή είναι και η αγαπημένη μου εκδοχή, καθ’ ότι από τη φύση μου είμαι άτομο εκρηκτικό...). Άλλωστε, η μη ταύτιση των απόψεων είναι η αρχή της συζήτησης , και η συζήτηση είναι η αρχή της αλληλοκατανόησης. Και όταν υπάρχει αλληλοκατανόηση, υπάρχει ενδιαφέρον, υπάρχει σπίθα, που κάθε στιγμή μπορεί να γίνει φωτιά και να μας ζεστάνει τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Εδώ να ξεκαθαρίσω κάτι: είμαι φανατική οπαδός της θεωρίας του έτερου ήμισυ. Είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι

«Κάπου υπάρχει η αγάπη μου,
μα δεν ξέρω ποια 'ναι.
Κάπου υπάρχει η αγάπη μου
μα δεν ξέρω που...».

Μόνο που υπάρχει ένα λεπτό σημείο (τα εξής δύο...): Το «ποια είναι», που αντιστοιχεί σε μία πιθανότητα σε μερικά εκατομμύρια (που είναι τα υποψήφια θύματα), και το «που είναι», που σε μερικά χρόνια μπορεί να περιλαμβάνει και ...διαγαλαξιακές αποικίες. Βέβαια δεν χάνω τις ελπίδες μου, και καθ’ ότι σκοπεύω να αναβιώσω τον μύθο του Μαθουσάλα, έχω πολύ καιρό μπροστά μου για να την ανακαλύψω (άλλωστε πάντα ήθελα να ταξιδέψω στο διάστημα!)
Το ξέρετε ότι ο γηραιότερος γαμπρός που ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας ήταν 103 χρόνων ;! 

“Who doesn't long for someone to hold,
who knows how to love you without being told?...”

("Soulmate" της Natasa Bedingfield)