Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγαλώσαμε αλλά μυαλό κουκούτσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγαλώσαμε αλλά μυαλό κουκούτσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/1/09

Όλα τα πρωινά του παιδικού μας κόσμου...


Τα κιτρινισμένα φύλλα των παλιών παιδικών βιβλίων αναδύουν μυρωδιά μούχλας και αραχνιασμένων αναμνήσεων. Παρατημένα για χρόνια στα ράφια της παλιάς αποθήκης περιμένουν υπομονετικά να έρθει η ώρα που θα ξαναδούν το φώς της ημέρας, και θα ζωντανέψουν τις μνήμες ενός σχεδόν ξεχασμένου κόσμου. Φανταστικά πλάσματα με ανθρώπινη λαλιά, μαγεμένα ξύλινα σπιτάκια, με πόδια κότας που περιστρέφονται προτείνοντας φιλόξενα την είσοδό τους στον ανύποπτο επισκέπτη, κακές μάγισσες και αιθέριες νεράιδες, ξεπηδούν σαν χείμαρρος, κουβαλώντας μαζί τις καθημερινές εικόνες του παρελθόντος, που έγιναν ένα με τα παλιά χιλιοδιαβασμένα παραμύθια. Τα συρταράκια της μνήμης ανοίγουν για να αποκαλύψουν τα πολύτιμα πετράδια των στιγμών που χάραξαν την πλακέτα της ψυχής μας, φτιάχνοντας τελικά αυτό που είμαστε σήμερα.

Οι οπαδοί της αναλυτικής ψυχολογίας ισχυρίζονται ότι το αγαπημένο παραμύθι των παιδικών χρόνων, αποτελεί ένα είδους σεναρίου για τις μετέπειτα επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας. Κατά κάποιον τρόπο εμείς οι ίδιοι ενσαρκώνουμε τους κεντρικούς ήρωες και η ζωή μας ξετυλίγεται σύμφωνα με τις σκηνές του παραμυθιού. Το παραμύθι για το παιδί είναι εξίσου σημαντικό με τις εμπειρίες, για την διάπλαση της προσωπικότητας του. Μέσα από αυτό βιώνει αυτά που δεν μπορεί να βιώσει στον πραγματικό κόσμο. Ξεπερνάει τις δυσάρεστες εμπειρίες, τιμωρεί αυτούς που τον αδίκησαν. Ερμηνεύει και κωδικοποιεί την πραγματικότητα έτσι ώστε να μπορέσει να την καταλάβει και να τη φέρει στα μέτρα του. Ακριβώς σ΄ αυτή την ικανότητα του παιδικού μυαλού χτίζει ο Γκιλιελμο ντελ Τόρο μια ταινία. Στο " Λαβύρινθος του Πάνα" η Οφέλια χτίζει ένα παραμύθι, γιατί απλά το παιδικό μυαλό της δεν μπορεί να χωρέσει τον τραυματικό παραλογισμό της πραγματικότητάς της.

.
Το παραμύθι χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία, αλλά δεν σταματάει εκεί. Το συναντούμε σε όλες τις εκδηλώσεις τέχνης των ενηλίκων. Το βλέπουμε κάθε φορά που πάμε θέατρο, το ζούμε στις αίθουσες των κινηματογράφων, το διαβάζουμε στις σελίδες του αγαπημένου μας μυθιστορήματος. Είναι η ίδια σκέψη, που ξεφεύγοντας από την πορείας της ευθείας γραμμής, αναζητάει νέα μονοπάτια ώστε να εμπλουτίσει την ζωή μας με νέες εμπειρίες, πρωτόγνωρες, και εντελώς άφθαστες στην ρηχή πραγματικότητα της καθημερινότητας.

Ο Τζιάνο Ροντάρι, ιταλός παιδαγωγός και συγγραφέας παιδικών βιβλίων, έλεγε πως τα παραμύθια για τον άνθρωπο είναι εξίσου "άχρηστα" με την μουσική ή την ποίηση. Είναι απαραίτητα μόνο όταν μιλάμε για ολοκληρωμένους ανθρώπους. Και η κοινωνίας μας έχει ανάγκη από ολοκληρωμένους ανθρώπους. Αυτούς που μπορούν να χρησιμοποιήσουν την φαντασία τους δημιουργικά και να οραματιστούν έναν διαφορετικό, καλύτερο κόσμο, ώστε τελικά να οδηγήσουν τον κόσμο μας στην υλοποίηση αυτού του οράματος.


Οι μεγάλοι έχουν να μάθουν πολλά πράγματα από τα παιδιά, έλεγε ο Ροντάρι. Και πρώτα απ' όλα αυτό που ονομάζει "αισιοδοξία της βούλησης". Είναι αυτό που κάνει ένα παιδί, τη στιγμή που βιώνει μια ζοφερή πραγματικότητα η οποία φαίνεται να καταλήγει σε ακόμα ζοφερότερο τέλος, να ρωτάει: "τι πρέπει να κάνουμε τώρα για να το αλλάξουμε;". Γι' αυτό και τα παραμύθια έχουν πάντα καλό τέλος.


Αυτό είναι που ενσαρκώνεται στο ήρωα του Τζ. Μπάρι, τον Πιτερ-Παν. Ο Πίτερ Παν είναι ένα αγόρι που αρνείται να μεγαλώσει. Η αστείρευτη αισιοδοξία του, του δίνει την δύναμη να πετάει. Οι ευχάριστες σκέψεις τον εκτινάζουν στα ύψη και οι μαύρες σκέψεις τον κρατάνε καθηλωμένο στο έδαφος. Μήπως όμως αυτό δεν είναι που συμβαίνει με όλους μας;

Τελικά τι σημαίνει άραγε "μεγαλώνω", πέρα από την προφανή έννοια του μεγέθους; Η στυγνή κοινωνιολογική προσέγγιση θέλει το "μεγάλωμα" να περιλαμβάνει πέντε βασικά στάδια κοινωνικής ενσωμάτωσης: αποφοίτηση από το σχολείο, εγκατάλειψη πατρικής στέγης, απόκτηση οικονομικής ανεξαρτησίας, γάμος και απόκτηση παιδιού. Η φιλοσοφική-ψυχολογική προσέγγιση όμως είναι πιο κοντά στα γούστα μου. Σύμφωνα μ'αυτήν η "ωριμότητα" ορίζεται ως η ικανότητα να αντιμετωπίζεις, και όχι απλά να αποφεύγεις, κάθε νέα κρίση που σου χτυπάει την πόρτα. Γι' αυτό και τα παραμύθια, που στην παιδική ηλικία είναι η μόνη πραγματικότητα, στην ζωή των ενηλίκων γίνονται πράξεις μικρής πολυτέλειας, που τους βοηθούν να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους για το επόμενο...χτύπημα στην πόρτα.


Σε μια εύστοχη παρατήρηση ο Σερ Πήτερ Ουστίνοβ δηλώνει πως :"Όταν είναι κανείς πολύ ηλικιωμένος, γνωρίζει ότι τα παιδιά έχουν δίκιο. Κρίμα που δε διαθέτουν και την απαραίτητη εξουσία." Φανταστείτε την ζωή σας στη "χώρα του ποτέ-ποτέ". Τότε το μεγαλύτερο πρόβλημα της ζωής σας θα ήταν ο Καπτεν Χουκ, και η πιο στενάχωρη σκέψη της ημέρας, για το ποια θα μπορούσε να είναι η επόμενη περιπέτεια. Δεν ακούγεται και άσχημα νομίζω....

9/7/08

Μικρή εξομολόγηση σε έναν ιδανικό φίλο


«Ο άνθρωπος την χρειάζεται την εξομολόγηση», όπως λέει η Βαμβουνάκη. Περισσότερο για να ακούσει ο ίδιος τις σκέψεις του, να τις μοντάρει, για να ταιριάζουν τελικά στο καλούπι του είναι του.

Για χρόνια με κατατρέχει ένα όνειρο. Γεννήθηκε πριν πολύ καιρό, τότε που καθόμουνα δίπλα στην αδερφή μου, σ’ έναν παλιό καναπέ στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων, και κρεμόμουν από τα χείλη της, ακούγοντας το ένα παραμύθι πίσω από το άλλο.

Με την πάροδο του χρόνου, το όνειρο άλλαξε πολλές φορές μορφή, διατηρώντας πεισματικά τον βασικό του σκελετό, που μπορεί να περιγραφεί από δυο λέξεις, Ευτυχία και Πληρότητα, μέσα σε ένα background από άπλετο φως.

Αναρωτήθηκα πολλές φορές για το βαθύτερο περιεχόμενο που μπορεί να έχουν αυτές οι δύο λέξεις. Σαν εικόνες σε ένα παιδικό καλειδοσκόπιο, άλλαζαν χρώμα και σχήμα στην πορεία της ζωής μου. Όμως πάντα υπήρχε η σκιά ενός σημαντικού κάποιου, που πρόσθετε το θεμέλιο λιθαράκι , γύρω από το οποίο περιστρέφονταν όλα τα άλλα. Και άνοιγε, η καρδιά, και φύραινε, για να χωρέσει τον αγαπημένο, και μετά κίναγε για αλλού ο αγαπημένος, και η καρδιά έμενε να κρέμεται σαν απομεινάρια από σκασμένο μπαλόνι.

«Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,» συνήθιζαν να μου λένε όλοι γύρω μου. Κάπου βαθειά μέσα μου κράταγα τις επιφυλάξεις μου. Εγώ άλλαζα , άρα πρέπει να αλλάζουν και οι άλλοι. Το θέμα είναι προς πια κατεύθυνση. Την βολική ή την άλλη;

Δεν θα πάψω ποτέ να πιστεύω ότι δεν μπορεί κανείς να θέτει όρους και να ζητάει συγκεκριμένους ρόλους. Αυτά διαμορφώνονται στην πορεία. Εκτός και αν δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον για το άτομο ως άτομο, αλλά μόνο για τους ρόλους και τη σωστή τήρηση των όρων. Όμως τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με την Ευτυχία και την Πληρότητα;

Και έπειτα είναι και η Συνέπεια. Δεν μιλάω για την εκτέλεση των όποιων καθηκόντων μας προς τους άλλους. Αλλά την πραγματοποίηση των υποσχέσεων στον ίδιο μας τον εαυτό. Πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των άλλων, όταν, ενώ διατυμπανίζουμε την ανάγκη να κάνουμε κάποια πράγματα, δεν καταβάλουμε καμία προσπάθεια για να τα πετύχουμε;

Δεν μ’ ενδιαφέρει πια να παίζω κρυφτό με τα ίδια μου τα αισθήματα. Ούτε μ’ ενδιαφέρει να ψάχνω στις τσέπες ενός κρεμασμένου σακακιού, για ξεχασμένα σημειώματα, που μπορεί κάτι να μου πούνε για τις πραγματικές σκέψεις και προθέσεις του ιδιοκτήτη του. Όποιος διαλέγει να μην είναι ειλικρινής, απλά αποφασίζει ότι δεν μπορεί να έχει καμία σχέση μαζί μου.

Δεν είναι τόσο τραγική τελικά η μοναξιά. Πιο τραγική βρίσκω την εκδοχή, μια ζωή να προσπαθείς να απλώσεις τα πόδια σου, όντας σε ένα κοφίνι που σε χωράει μόνο διπλωμένο.

28/4/08

Η καινούρια παλιά μου πόλη

Οι γιορτές είναι συνήθως ευκαιρία να θυμηθούμε την γωνιά που μεγαλώσαμε και τους ανθρώπους, γέρους πια, που συνέβαλαν σε αυτό.

Αυτή η επιστροφή στις ρίζες έχει κάθε φορά διαφορετικό χρώμα. Τα πρώτα χρόνια είναι ευκαιρία να δεις τα φιλαράκια σου, να θυμηθείς τις σχολικές σου σκανδαλιές. Όσο απομακρύνεσαι από την χρονική αφετηρία η επιστροφή θυμίζει ανασκαφή, η οποία βγάζει στο φώς κάτι καλά ξεχασμένο, που αν και ευχάριστο, τώρα σου φέρνει μελαγχολία και ένα περίεργο κενό: το κενό που εύχεσαι να είχες γεμίσει με όλα αυτά τα οποία ονειρευόσουν να ζήσεις, αποχαιρετώντας την πόλη σου για πρώτη φορά.

Η βόλτα στα μαγαζιά είναι μια αποκάλυψη… «Θα πας να τα πάρεις από εκείνο το μαγαζάκι, στην πλατεία…» . Το παλιό μαγαζάκι με «Είδη διατροφής» έχει μετατραπεί σε ένα πολυτελέστατο αρτοποιείο και η κυρά-Κούλα , που σε χαιρέταγε με ένα πλατύ χαμόγελο: «Καλώς το κορίτσι», μάλλον έχει πάρει σύνταξη πια, γιατί τώρα στην υποδοχή βρίσκεται μια ευγενική κοπελίτσα: «Παρακαλώ, τι θα θέλατε;» . Στο επόμενο κατάστημα με περιμένει μια έκπληξη. «Θα ήθελα…» το μάτι σταματάει σε μια ανδρική φιγούρα που κάτι μου θυμίζει.. «Θοδωρή;» . Ο Θοδωρής, ένας πρώην Δον-Ζουάν των δυτικών προαστίων, και νυν τριαντα-φευγάρης, με την κοιλίτσα ενός καλού οικογενειάρχη που σέβεται τον εαυτό του, και μερικές επαναστατημένες τρίχες στο κατά τα άλλα λαμπερό κεφάλι, χαμογελάει . «Και έλεγα , είσαι –δεν είσαι …» . 'Αντε να χωρέσεις κοντά είκοσι χρόνια σε μερικές προτάσεις. «Τελείωσα την σχολή, αλλά δεν… Από ‘δώ η γυναίκα μου… Η ζωή; Εδώ…Το μαγαζί, τα πιτσιρίκια …» Και η ζωή συνεχίζεται… Συνεχίζεται, άραγε ;;

Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω που πάω. Οι οδηγίες που μου δίνει κάποιος περαστικός είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικές : «Α, ναι! Είναι κοντά στον ‘Ελευθερουδάκη’...» Στον ποιόν ;! Μου έρχεται στο μυαλό ένα επταώροφο κτήριο στην Πανεπιστημίου των Αθηνών, και με πιάνει απόγνωση: στην πόλη που κάποτε παινευόμουν ότι ήξερα την κάθε γωνιά, τώρα αισθάνομαι χειρότερα και από τουρίστας!

Δεν νιώθω να ανήκω πια σ’ αυτήν την πόλη. Το χειρότερο είναι ότι δεν νιώθω να ανήκω ούτε στον τόπο που δηλώνω ως μόνιμη κατοικία. Συνήθιζα να λέω ότι τον τόπο σου δεν τον κάνουν τα κτήρια, αλλά οι άνθρωποι: όταν περιβάλλεσαι από ανθρώπους που αγαπάς, σημαίνει ότι βρίσκεσαι στον τόπο σου. Ποτέ δεν προβληματίστηκα τι γίνεται όταν μας τελειώσουν οι εν λόγω άνθρωποι, και σου μένουν τα κτήρια...

Στα εφηβικά μου χρόνια, όποτε με πιαναν οι μαύρες μου, στρωνόμουνα στο αγαπημένο μου παγκάκι, που κατ’ εμέ έχει το καλύτερο ηλιοβασίλεμα της πόλης, και άφηνα το θαλασσινό αεράκι να ανακατέψει τις σκέψεις μου, για να τις ρίξει στο μονοπάτι που σχημάτιζε ο ήλιος στα νερά της θάλασσας, μπας και πάρουν λίγο από το φώς του. Πολύ χάρηκα που το παγκάκι ήταν εκεί, έστω και σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή του. Ευτυχώς το αεράκι συνεχίζει να μυρίζει θάλασσα, και το μονοπάτι παραμένει εξίσου φωτεινό... Τι καλά που μερικά πράγματα δεν αλλάζουν!



Η επιστροφή στις ρίζες έχει κάθε φορά διαφορετικό χρώμα.... Αυτήν την φορά έχω την αλλόκοτη αίσθηση ότι ένας κύκλος της ζωής μου ολοκληρώθηκε και είμαι στο κατώφλι ενός άλλου, που δεν ξέρω πως θα είναι, ξέρω όμως σίγουρα ότι θα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό...

Χριστός Ανέστη και Χρόνια μας Πολλά!