Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουβέντα να γίνεται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουβέντα να γίνεται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/3/11

Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας


« … η ομορφιά δεν είναι ανάγκη, αλλά έκσταση… Δεν είναι η εικόνα που θα δείτε ή το τραγούδι που θα ακούσετε. Είναι μάλλον μια εικόνα που βλέπετε, παρόλο που κλείνετε τα μάτια σας, κι ένα τραγούδι που ακούτε, παρόλο που κλείνετε τα αυτιά σας…» Kahlil Gibran



Μπαίνω στο σπίτι φορτισμένη, κουβαλώντας όλη την ασχήμια του κόσμου μέσα μου, και ανοίγοντας την πόρτα αντικρίζω τον γάτο μου. Είναι πανέμορφος ο γάτος μου! Ο ομορφότερος γάτος του κόσμου! Και ας έχει ζαρώσει λίγο λόγο της ηλικίας του, και ας είναι φαφούτης, και του τρέχουν τα σαλάκια που και που. «Μουρρρ», μου κάνει…Και η ασχήμια μέσα μου αρχίζει να διαλύεται....

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές στη ζωή μου τι είναι αυτό που κάνει κάτι ή κάποιον όμορφο. Και τι σημαίνει «ομορφιά»; Για παράδειγμα, κάποιος που έχει μάθει να σιχαίνεται ή και να φοβάται τις γάτες, φαντάζομαι πως το τελευταίο πράγμα που θα έλεγε για το γάτο μου είναι ότι είναι όμορφος…

Έτυχε κάποτε να παρακολουθήσω μια ομιλία σε ένα σεμινάριο, με μάλλον βαρετό θέμα (κάτι που είχε σχέση με διασταυρώσεις κουνουπιών, απ’ ότι θυμάμαι). Η ομιλήτρια, μια κυρία κάποιας ηλικίας, με όχι κάτι ιδιαίτερο στην εμφάνιση της, ξεκίνησε να μιλάει, πολύ απλά, και ήρεμα, χωρίς να προσπαθεί να κερδίσει εντυπώσεις, ή να τραβήξει την προσοχή. Όταν τελείωσε, δέχτηκε το πιο ζεστό χειροκρότημα του σεμιναρίου. Εξέπεμπε μια τέτοια γλυκύτητα και ζωντάνια που δεν μπορούσες να τραβήξεις το βλέμμα σου από πάνω της. Σε κέρδιζε χωρίς να χρησιμοποιήσει κανένα από τα συνηθισμένα μέσα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κερδίσουν την προσοχή. Θεωρώ πως ήταν απλά αυτό που θα έλεγε κανείς «πολύ όμορφος άνθρωπος»….

Όμως το ερώτημα συνεχίζει να αιωρείται: πως ορίζεται η ομορφιά;

Μια τόσο συνηθισμένη έννοια και όμως, όσο περίεργο και αν ακούγεται, κανένας δεν κατάφερε να δώσει έναν ορισμό. Ούτε καν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, που τίποτα δεν άφηναν να πέσει κάτω, χωρίς να το συνδέσουν με έναν σεβαστό αριθμό φιλοσοφικών ερμηνειών. Και τέλος πάντων, ως ιδιότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων, τι …εμβέλειας είναι;

Οι επικρατούσες απόψεις επί του θέματος είναι δύο: η μία θέλει την ομορφιά να είναι εντελώς επιφανειακή, «επιδερμική» για την ακρίβεια (skin-deep), και η άλλη τοποθετεί την ομορφιά σε καθαρά υποκειμενικό επίπεδο, να εξαρτάται από τον κάτοχο του ματιού που την βλέπει ( in the eye of beholder). Και πάλι όμως, κανένας δεν κατάφερε να κατονομάσει συγκεκριμένα γνωρίσματα, που να έχουν καθολική ισχύ για όλα τα όμορφα πράγματα, ώστε να επιβεβαιώσει τον έναν ή τον άλλον ισχυρισμό. Μάλιστα, ο David Hume (φιλόσοφος της Αναγέννησης) έλεγε πως η ομορφιά δεν είναι καν κάποια ιδιότητα των αντικειμένων, υπάρχει μόνο στο μυαλό αυτού που τα παρατηρεί. Μόνο ο Πλωτίνος (έλληνας φιλόσοφος), σύνδεσε την έννοια της συμμετρίας με την έννοια της ομορφιάς, όχι όμως ως κάτι που διαθέτουν τα όμορφα πράγματα, αλλά ως κάτι που γεννούν ως αίσθημα , στον εξωτερικό παρατηρητή. Κι αν η ομορφιά δεν είναι ιδιότητα παρά κατάσταση, στην οποία μας υποβάλλουν κάποια αντικείμενα, είναι εντελώς φυσικό που έχει συνδεθεί με τις δύο κυρίαρχες, για τον άνθρωπο, αισθήσεις, την όραση και την ακοή. Έτσι μιλάμε για όμορφη εικόνα και όμορφη μουσική, ενώ δεν λέμε, για παράδειγμα, όμορφη μπριζόλα ή όμορφο χάδι.

Προσωπικά, βέβαια, πιστεύω πως μιλώντας για την ομορφιά, είναι αδύνατον να μείνει κάποιος στην επιφάνεια. Δηλαδή, πέρα από το γεγονός ότι ο γάτος μου θα μπορούσε αντικειμενικά να χαρακτηριστεί όμορφος, αν τον βλέπαμε σαν φωτογραφία, μου είναι αδύνατον να απομονώσω την εικόνα που βλέπουν τα μάτια από την σκέψη πως είναι ο Καίσαρας, που έχουμε παίξει τόσες φορές μαζί, που έχει κάτσει τόσες φορές στα γόνατά μου και έχει δεχτεί να μ’ ακούσει αδιαμαρτύρητα να του τα ψάλω, (χωρίς βέβαια να με λαμβάνει υπ’ οψη του). Και παρ’ ότι η εικόνα και το άκουσμα της ομιλήτριας μπορεί να ήταν ευχάριστα από μόνα τους, ήταν η ικανότητά της να αγγίζει κάποια κουμπάκια του μυαλού των ακροατών που την έκαναν να φαντάζει τόσο ξεχωριστή. Άρα η προηγούμενη γνώση και το «ραφινάρισμα» του μυαλού είναι εξίσου σημαντικό με το ερέθισμα, για να μπορέσεις να βιώσεις τελικά αυτό το ευχάριστο αίσθημα ευφορίας και αρμονίας, που αποδίδουμε στην ομορφιά.

Αυτό, ωστόσο, είναι δίκοπο μαχαίρι. Γιατί, αν για παράδειγμα, το μυαλό σας έχει συνδέσει την όμορφη εικόνα με ιδιότητες όπως, ευγένεια, καλοσύνη, ηθική κλπ, κλπ., βλέποντας ένα «όμορφο» ανθρώπινο πρόσωπο, έχει την τάση να αποδίδει και όλα τα παρελκόμενα ως ιδιότητες του κατόχου του όμορφου προσώπου. Έλα μου όμως, που αυτό μπορεί να αποδειχτεί μέγα σφάλμα, όπως μας διδάσκει ο Oskar Wilde στο πορτρέτο του Ντοριαν Γκρέι. Aπό την άλλη πάλι, έχουμε το παράδειγμα του Τέρατος, στην «Ωραία και το Τέρας», όπου η αποκρουστική εικόνα καμουφλάρει έναν όμορφο εσωτερικά άνθρωπο. Φυσικά, αν ζούσαμε σε μια κοινωνία τεράτων, τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά για την όμορφη, η οποία θα έπρεπε να αποδείξει ότι δεν είναι τέρας.

Και εδώ φτάνουμε σε ένα άλλο λεπτό σημείο: πως αποκτούμε την αντίληψη του τι είναι όμορφο και τι όχι, αφού δεν υπάρχει κάτι αντικειμενικό να το προσδιορίζει; Ή μήπως τελικά υπάρχει; Γιατί αν δεν υπάρχει, τι είναι αυτό που βραβεύουμε στα καλλιστεία ομορφιάς; Και αν μιλάμε για καλλιστεία σκύλων ή αγελάδων, μπορώ να σκεφτώ μερικά χαρακτηριστικά που κάνει τους νικητές να ξεχωρίζουν, όπως τα στητά καπούλια ή οι αυθεντικές, για την ράτσα, γραμμές του προφίλ, τα στητά αυτιά, το χρώμα κλπ. Αν όμως μιλάμε για καλλιστεία ανθρώπων; Να υποθέσουμε ότι υπάρχουν και για μας κάποια διακριτά χαρακτηριστικά που συνθέτουν την «αυθεντική ομορφιά του είδους μας»; Εντύπωση επίσης μου κάνει που οι διαγωνιζόμενοι στα καλλιστεία ανθρώπων (σε αντίθεση με αυτά των ζώων) είναι κατά κανόνα γένους θηλυκού. Μήπως έχει αυτό να κάνει με την αναπαραγωγική τους ικανότητα; Δηλαδή, διαλέγουμε και προβάλουμε αυτό που συγκεντρώνει τα πιο ισχυρά, από γενετικής απόψεως, στοιχεία, ώστε να διασφαλιστεί η ασφαλής διαιώνιση του είδους;

Τότε όμως η έννοια της ομορφιάς διαστρεβλώνεται οικτρά, γιατί εξ ορισμού, το όμορφο δεν έχει να κάνει με κάτι που είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση. Πηγάζει από αυτό το περίσσευμα ενέργειας, στους νευρώνες του εγκεφάλου μας, που το θεωρούμε εξελικτικό προνόμιο του είδους, και που ουδεμία σχέση με τις βασικές ανάγκες έχει. Δηλαδή, η ικανότητα να βλέπεις την ομορφιά δεν είναι ενστικτώδης παρόρμηση, αλλά ενδεικτικό της ψυχικής ευαισθησίας και καλλιέργειας, πάνω στα οποία μπορεί να επιδράσει προσθετικά και η αισθητική αγωγή, ώστε η πιθανότητα να βρεις κάτι όμορφο γύρω σου (άρα και να βιώσεις το ευχάριστο αίσθημα που σου γεννάει), να είναι μεγαλύτερη.

Άλλη μια ιδιότητα της ομορφιάς είναι ότι σχετίζεται με την μειοψηφία. Δηλαδή, αν η ομορφιά θα ήταν παντού και στον ίδιο βαθμό, τότε δεν θα ήταν κάτι ξεχωριστό και δε θα υπήρχε λόγος συζήτησης. Συνεπώς, οφείλουμε να έχουμε και «νόρμες» ομορφιάς, που να καθορίζουν το σημείο πέρα από το οποίο κάτι θεωρείται όμορφο ή μέτριο ή και άσχημο. Με μια εξαίρεση, ίσως. Η ομορφιά της φύσης. Είναι το μόνο είδος ομορφιάς που δεν χρειάζεται να συγκριθεί με κάτι άσχημο για να ξεχωρίσει. Αλήθεια, υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άσχημο στη φύση; Λιγότερο όμορφο σε σχέση με κάτι άλλο, μπορεί. Αλλά άσχημο; Η ομορφιά της φύσης, είναι ουσιαστικά η ίδια η κινητήριος δύναμη για ζωή, οπότε δεν θα μπορούσε να εμπεριέχει κάτι άσχημο.

Και ερχόμαστε σε ένα άλλο ερώτημα: τι σχέση μπορεί να έχει η ομορφιά με την τελειότητα; Η απάντηση είναι «καμία», εκτός κι αν θεωρήσουμε την τελειότητα εξίσου υποκειμενική έννοια με την ομορφιά. Μπορεί στην περίοδο της αναγέννησης να είχε διατυπωθεί η «χρυσή αναλογία», που όριζε τις αποστάσεις ώστε ένα έργο τέχνης να είναι αισθητικά ευχάριστο, ως τόσο, η κοινή παραδοχή είναι αυτή που διατυπώνει ο Francis Bacon: « Δεν υπάρχει εξέχουσα ομορφιά που να μην έχει ένα ψεγάδι στις αναλογίες της.»

Αλλά ας εστιάσουμε λίγο στην ομορφιά των ανθρώπων. Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε πως το οπτικό ερέθισμα είναι αρκετά ισχυρό για να δημιουργήσει μια έντονη πρώτη εντύπωση. Όμως αυτή διαρκεί μερικά δευτερόλεπτα, άντε λεπτά. Η τελική εντύπωση μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Υπάρχει μια ρώσικη παροιμία που λέει «η υποδοχή είναι αντίστοιχη του ρούχου, ο αποχαιρετισμός είναι αντίστοιχος του μυαλού». Κωμική εκδοχή αυτής της ιδέας βρίσκουμε σε μια κωμωδία του 1983 με τον Στιβ Μάρτιν: «The man with two brains», όπου ένας νευροχειρουργός παντρεύεται μια πανέμορφη γυναίκα (Κάθλην Τέρνερ), την οποία γνωρίζει…λιπόθυμη, για να ανακαλύψει πολύ σύντομα ότι είναι επαγγελματίας του είδους, και στην απογοήτευσή του, ερωτεύεται παράφορα έναν…εγκέφαλο(!!!). Ο εγκέφαλος άνηκε σε μια πιανίστρια, πολύ όμορφη ως άνθρωπο, που όμως είχε ένα αχαλίνωτο πάθος με το φαγητό, όπως διαπιστώνει μετά από την μεταμόσχευση του εγκεφάλου της, στο τέλειο (πριν την μεταμόσχευση) σώμα της πρώην γυναίκας του. (Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει πιο άσχημο αισθητικά όργανο στο ανθρώπινο σώμα, και ταυτόχρονα πιο όμορφο, ως προς τις λειτουργίες του, από τον εγκέφαλο! "The Beautiful Mind" )

Δυστυχώς, πριν φτάσουμε να ανακαλύψουμε την ομορφιά «εν τω βάθη», διαμορφώνουμε την συμπεριφορά και τις αντιδράσεις μας με βάση αυτό που επιφανειακά βλέπουν τα μάτια μας. Ή αυτό που μας λένε ότι πρέπει να βλέπουν τα μάτια μας. Έτσι, ας πούμε, στα μάτια της πάπιας, το ασχημόπαπο δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ντροπή της οικογένειας, την στιγμή που στα μάτια του κύκνου, είναι ένας μελλοντικά εξαιρετικά όμορφος κύκνος. Κι αν το ασχημόπαπο επέλεγε να μείνει με τις πάπιες, κανένας δεν θα ξεχώριζε ποτέ τον κύκνο μέσα του, ούτε καν το ίδιο το ασχημόπαπο, γιατί τις περισσότερες φορές διαμορφώνουμε την εικόνα της προσωπικής μας ομορφιάς, καθρεπτιζόμενοι στα μάτια των άλλων. Γι' αυτό, λοιπόν, καλό είναι να έχουμε ένα δικό μας καθρεφτάκι στην τσέπη, κάτι σαν υποκατάστατο των νερών της λίμνης, και να ρίχνουμε καμιά ματιά, πριν κοιταχτούμε στα μάτια των άλλων. Έτσι ωστε, στην περίπτωση που οι «άλλοι» δεν διαθέτουν την ευαισθησία και την καλλιέργεια της ψυχής για να διακρίνουν τον κύκνο μέσα μας,  να μην χρειάζεται να κρύβουμε το μακρύ λαιμό μας, για να μοιάσουμε περισσότερο με πάπια…

1/2/10

Λικνιζόμενοι στον απόηχο των ανασφαλειών μας

« …και αυτοί που εθεάθησαν να χορεύουν, θεωρήθηκαν τρελοί από αυτούς που δεν μπορούσαν να ακούσουν την μουσική…» Φ. Νίτσε


Συνέβει πριν μερικούς μήνες, σε μια προσπάθεια να προσθέσω λίγο χρώμα στη μουντή καθημερινότητα της ζωή μου, να πάρω την μεγάλη απόφαση και να χτυπήσω την πόρτα μιας σχολής χορού. Θα πρέπει να ομολογήσω ότι η σχέση μου με την κίνηση ήταν πάντα πολύ καλή, τόσο που έφτανα να εκτελώ (ίσως όχι και τόσο αρμόνικες) κινήσεις στον ύπνο μου (προς μεγάλη δυσφορία του όποιου δύστυχου τύχαινε κατά καιρούς να μοιράζεται το κρεβάτι μου). Όμως ο χορός είναι άλλο παραμύθι…

«Ο χορός είναι η ποίηση στην κίνηση» όπως είχε πει κάποιος. Και ακριβώς όπως η ποίηση έχει την ικανότητα να σε ταξιδεύει σε κόσμους μαγικούς έτσι και ο χορός έχει την ικανότητα να ξετυλίγει το κουβάρι των προσωπικών αναστολών και καλά απωθημένων «θέλω» με τρόπο εντελώς ξεχωριστό. Ίσως γι’ αυτό και η απάντηση στην ερώτηση «τι είναι χορός» δεν είναι τόσο απλή. Είναι άσκηση, τέχνη ή τρόπος επικοινωνίας;

Αν ψάξουμε για τον ορισμό θα βρούμε κάτι σαν «ρυθμική κίνηση που εκτελείται υπό την υπόκρουση μουσικής». Εδώ όμως, με βάση τη μαθηματική λογική, υπάρχει ένα λάθος. Από τα ιστορικά δεδομένα προκύπτει πως ο χορός ήταν εκείνος που έδωσε τον ορισμό στο ρυθμό και τον αντίστοιχο χαρακτήρα στη μουσική. Συγκεκριμένα, ο ρυθμός στην αρχαιότητα σήμαινε μορφή: αυτή που έπαιρναν τα μέλη του χορού στο θεατρικό δρώμενο, υπό την υπόκρουση της μουσικής, και οι παύσεις μεταξύ των διαδοχικών θέσεων ήταν εκείνες που έδινα το ξεχωριστό χαρακτήρα στα εκάστοτε ρυθμικά σχήματα.

Έχοντας ως βασικό χαρακτηριστικό, λοιπόν, την κίνηση, που αποτελεί κριτήριο για τον ορισμό ενός όντος ως «έμβιου», ο χορός δεν θα μπορούσε παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης ζωής. Ο ρυθμός, από την άλλη, τοποθετεί αυτήν την κίνηση στον άξονα του χρόνου, δίνοντας στο χορό χωροχρονική διάσταση, που καλείται ο εκάστοτε χορευτής να υποτάξει, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο την ομορφιά της εκφραστικής τέχνης.

Και αν η μουσική «είναι μια διαρκώς παλλόμενη ενέργεια, που συντονίζεται με την ενέργεια του δικού μας οργανισμού, για να μας εξιτάρει, να μας γαληνεύσει, και τελικά να μας προσφέρει διόδους φυγής», ο χορός μετατρέπει αυτήν την ενέργεια σε θεραπευτικό μέσο που εξυγιάνει και εναρμονίζει το σώμα με τον συναισθηματικό μας κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που ο Αριστοτέλης εξέταζε το φαινόμενο του χορού ως σωματική αντίδραση στην συναισθηματική κατάσταση του ανθρώπου, και κατά συνέπεια, δείκτη της ψυχική του υγείας. Το θεωρούσε δε, μαζί με τον λόγο και την μουσική, ως βασικό τρόπο έκφρασης, όπου το χρησιμοποιούμενο μέσο είναι το ίδιο το ανθρώπινο σώμα.

Και επειδή μερικά πράγματα σ’αυτόν τον κόσμο (ευτυχώς) δεν αλλάζουν, μπαίνοντας στις σημερινές αίθουσες χορού συναντάμε ανθρώπους όλων των ηλικιών, να ανακτούνε την χαμένη τους ταυτότητα, να βρίσκουν την ισορροπία που τους έλλειπε ή να σηματοδοτούν μια νέα στροφή στην ζωή τους, μέσα από την εξερεύνηση των εκφραστικών δυνατοτήτων του σώματος τους. Η χορευτική επίδειξη γίνεται η πανηγυρική επιβεβαίωση της προσπάθειας, και οδηγεί στην αυτοαναβάθμηση του κάθε συμμετέχοντα σε «χορευτή», τοποθετώντας τον έτσι σε μια νέα κοινωνική ομάδα. Η ανασφάλεια και ο φόβος της γελοιοποίησης ξεθωριάζουν μπροστά στην έξαρση της προετοιμασίας και την προσμονή του λυτρωτικού χειροκροτήματος, οδηγώντας τελικά στο βίωμα μιας εμπειρίας επιτυχίας, που ανεβάζει την αυτοπεποίθηση και γεννάει μια αίσθηση ψυχικής ευφορίας. «Το να χορεύεις, είναι να βρίσκεσαι έξω από τον εαυτό σου. Μεγαλύτερος, ομορφότερος, δυνατότερος.» έλεγε η Agnes de Mille, μια από τις μεγαλύτερες χορεύτριες και χορογράφους του αιώνα μας.

Η αρμονία των κινήσεων δεν μπορεί παρά να φέρει την αρμονία των αισθήσεων. Η προσπάθεια να πειθαρχίσουμε το σώμα μας, μπορεί να γίνει μέσο εκτόνωσης, και για κάποιους, (ίσως και το μοναδικό) μέσο επικοινωνίας. « Ο χορός είναι η κρυμμένη γλώσσα της ψυχής. Η κίνηση ποτέ δεν λέει ψέματα. Είναι το βαρόμετρο που λέει τις ψυχικές καιρικές συνθήκες σ’ αυτούς που μπορούν να το διαβάσουν» (Martha Graham). Ίσως γι’ αυτό ο χορός είναι τόσο εύκολος για τα παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα να λογοκρίνουν τις αντιδράσεις τους…

«Κλείσε τα μάτια κι άφησε το μυαλό
άνοιξ’ τα χέρια πιάσε τον ουρανό
Δώσε στη τρέλα σου λιγάκι απ’ το φως

ξέχνα το αύριο αρχίζει ο χορός» (Ονειραμα)

6/6/09

Η φυσικομαθηματική πλευρά της ανθρώπινης βούλησης



Μυστήριο ον ο άνθρωπος. Παρά την πεπερασμένη φύση του, ως άλλο ένα υλικό κατασκεύασμα , ενέχει τη ρευστότητα που θα τη ζήλευαν και τα πιο «άτακτα» αέρια.

Μέσα σ’ αυτή τη ρευστότητα, τα «όρια» φαντάζουν ως ένα κολάρο που φοριέται για να προστατέψει, δήθεν, αυτό το πεπερασμένο όν από την υπερβολική αύξηση της εντροπίας, που πιθανών να είχε καταστρεπτικές συνέπειες γι’ αυτόν και (κυρίως) για τους υπόλοιπους ομοίους του.

Και εδώ έρχεται η «βούληση». Θυμάμαι μια χαρακτηριστική ταινία που βασίζεται σ’ αυτήν ακριβώς την ανθρώπινη ιδιότητα, το Gattaca (1997). Ένας γενετικά μη προικισμένος άνθρωπος καταφέρνει να υποσκελίσει αυτούς που είχαν τις τέλειες γενετικές προδιαγραφές. Το μυστικό της επιτυχίας του; Η τόλμη, κατ’ άλλους θράσος, να μην δεσμεύεται στο κολάρο του, και αντί να «τον πηγαίνουν βόλτα», να πηγαίνει αυτός βόλτα τους άλλους. Ή με άλλα λόγια να βλέπεις πως η διαφορά του προσδοκώμενου από το πραγματικό αποτέλεσμα να είναι αρνητική και παρ’ όλα αυτά να ποντάρεις στο προσδοκώμενο. Φαντάζομαι αυτό είναι το είδος τον ανθρώπων που γράφουν τελικά την ανθρώπινη ιστορία…

Προσωπικά δεν ξέρω αν διαθέτω αυτήν την ψυχική δύναμη. Πολύ θα ήθελα να το πιστέψω πως ναι… Όμως, ο χρόνος είναι ο καλύτερος κριτής και η ιστορία δεν έχει γραφτεί ακόμα!

30/3/09

Βαθύ γαλάζιο...


Μ΄ αρέσει να ονειρεύομαι στον ξύπνιο μου. Ένα από τα αγαπημένα μου όνειρα είναι ένα παράθυρο με θέα την θάλασσα. Κατά προτίμηση κάπου ψηλά, έτσι που να μπορεί το μάτι να αράξει και να πλανηθεί χωρίς το άγχος μην τυχών και χάσει κάποια σημαντική λεπτομέρεια. Λίγο πρίν το σούρουπο, μάλιστα, με καθάριο το στερέωμα , η γραμμή του ορίζονται εξαφανίζεται και η θάλασσα με τον ουρανό μετατρέπονται σε ένα απέραντο βαθύ γαλάζιο.

Για πολλούς το γαλάζιο σημαίνει γαλήνη και ηρεμία, για μένα σημαίνει ελευθερία. Σημαίνει να δραπετεύεις από την μουντή πραγματικότητα και να αφήνεσαι να ταξιδέψεις στο χείμαρρο των σκέψεων, όπως ταξιδεύει ένα κοπάδι δελφινιών στην θάλασσα.

Μυστήριο πράγμα η ελευθερία. Πολλοί την πόθησαν και λίγοι την απέκτησαν. Και αυτοί που νομίζουν ότι την απέκτησαν, βολεύτηκαν απλά στην εικονική τους πραγματικότητα, ως τρόφιμοι της κυψέλης του Matrix.

Ίσως το μόνο που μπορεί πραγματικά να είναι ελεύθερο, είναι η θέληση.
Μπορούμε να θέλουμε τα πάντα. Όταν όμως έρχεται η στιγμή να αντικρίσουμε το σχέδιο υλοποίησης των "θέλω" μας, βρισκόμαστε, ως παγιδευμένοι γλάροι Ιωνάθαν, σε ένα κλουβί τόσο στενό, που σε κάθε προσπάθεια για ξεμούδιασμα των φτερών μας μαδάμε και λίγο από το πούπουλο. Μετά από κάποια χρόνια, τα φτερά μας είναι τόσο μαδημένα που δεν κάνουμε καν τον κόπο να τα ξεμουδιάσουμε...Από γλάροι έχουμε μετατραπεί σε ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα, που περιμένουν αποχαυνωμένα το τελικό ζεμάτισμα στην κατσαρόλα.

Να φταίει άραγε η κακή μας η τύχη, οι κακοί μας πολιτικοί, η το στραβό μας το κεφάλι που επιμένει , σε πείσμα των καιρών και των ανθρώπων , να δουλεύει με δικές του στροφές, και να δημιουργεί έννοιες άπιαστες;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει ελευθερία για το είδος homo sapiens. Έχουμε χτίσει τόσο καλά το τσόφλι γύρω μας, που κάθε προσπάθεια ενός Νίο να ανακαλύψει τα πραγματικά όρια του εαυτού του, καταλήγει σε μια κραυγή αγωνίας στην απόλυτη σιωπή του μαύρου κενού. Τι τραγική ειρωνεία ο πλανήτης μας να λέγεται "γαλάζιος"!


Ακολουθώ αχόρταγα εκείνο το σμήνος των δελφινιών που με ξεκολλάει από την καρέκλα μου και με ταξιδεύει. "Καβάλα στο δελφίνι τον κόσμο γύρισα" που λέει και το τραγούδι...


"Τι είναι το πιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο;" ήταν ένας γρίφος από παιδικό παραμύθι. Γρήγορο μπορεί, ελεύθερο όμως είναι; Πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι η σκέψη; Μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε, με όλους τους περιορισμούς που μπορεί να σημαίνει η έννοια "μαθαίνω". Θέτουμε το πρώτο καλούπι όταν ξεστομίζουμε τη λέξη "μαμά". Και μετά ανακαλύπτουμε τον κόσμο, σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Είναι φορές που ζηλεύω τους τρελούς. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να είμαι και εγώ μία. Αν δεχτούμε ότι "από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια" από το να είμαι ξεμωραμένη προτιμώ να είμαι τρελή!

Η γαλάζια μου διάθεση παίρνει μια χροιά από το μελαγχολικό ταξιδιάρικο ύφος των blues... Δεν μπορώ να δω την γραμμή του ορίζοντα: μου την κρύβουν κάτι τόνοι από τσιμέντο. Θα πρέπει να αρκεστώ στο πάνω μέρος της, που ακόμα διαφαίνεται ανάμεσα από τις κεραίες. Κατά διαολεμένη σύμπτωση και αυτό έχει γκριζάρει και ετοιμάζεται να κλαψουρίσει. Μένει ένα μικρό παραθυράκι στο πίσω μέρος του μυαλού μου, όπου μπορώ να δω μια ιδέα από λαμπερό γαλάζιο. Κάτι από τις φωτεινές μέρες που πέρασαν, κάτι για να μου θυμίζει τη θαυματουργή ιδιότητα του απέραντου γαλάζιου...


8/7/08

Άρωμα καλοκαιριού...


Το καλοκαίρι μπήκε πια για τα καλά εντός των πυλών. Το θερμόμετρο χτυπάει κόκκινο και οι κάτοικοι του μεγάλου χωριού, σαν κυνηγημένα τρωκτικά ψάχνουν να βρουν δροσερό μέρος να βάλουν το κεφάλι τους. Και καθ’ ότι η υπό την άμμο επιφάνεια μόνο δροσερή δεν μπορεί να θεωρηθεί, απλώνουν τις ατέλειωτες (προς όλες τις διευθύνσεις) κορμάρες τους πάνω από αυτήν, με το κεφάλι να βουτάει που και που στο 0.1 τετραγωνικό νερού (θαλασσινού κατά προτίμηση, αλλά αν δεν βρεθεί και αυτό της βρύσης καλό είναι) που αναλογεί στον καθένα τους.

Οι ψηλές θερμοκρασίες της ατμόσφαιρας δεν ευνοούν την εγρήγορση, λένε οι επιστήμονες. Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ βολική δικαιολογία για μας τους έλληνες, ώστε να ισχυριστούμε πως, όχι, δεν είμαστε τεμπέληδες, έχουμε απλά θερμό κλίμα. Γι’ αυτό και μπορούμε να κοιμόμαστε λίγο παραπάνω, να παίρνουμε καμιά άδεια παραπάνω από τη σημαία, και φυσικά, να φιλοσοφούμε στο ενδιάμεσο, εκμεταλλευόμενοι το ράθυμο κλίμα του καλοκαιριού. (Περίεργο πράγμα η φιλοσοφία, βρε παιδί μου. Ακόμα δεν έχω αποφασίσει αν είναι καλό ή κακό. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας» λέγανε οι αρχαίοι, όμως οι φιλόσοφοί τους δεν είχαν καμία άλλη απασχόληση πέρα του φιλοσοφείν. )

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα τσιμεντένιου καζανιού που βράζει, και της αποσύνθεσης που ακολουθεί αναπόφευκτα κάθε περίοδο σπιναρίσματος, σκεφτόμουν την ουσία του καλοκαιριού. Στη φύση, η εποχή αυτή του χρόνου ταυτίζεται με την ολοκλήρωση, το θέρισμα, την συγκομιδή των καρπών. Μία τελεία δηλαδή, σε μια ακόμα εκφρασμένη πρόταση. Μετά ακολουθεί κενό και ξεκινάει μια καινούρια. Νομίζω ότι πολύ λαθεμένα γιορτάζουμε την πρωτοχρονιά στις 1 Ιανουαρίου αντί για τις 1 Σεπτεμβρίου, όπου θα είχε πράγματι κάποιο νόημα η αναγγελία ενός νέου ξεκινήματος.

Φαντάζεστε έναν χρόνο χωρίς καλοκαίρια; Από την άνοιξη να πηγαίναμε κατ’ ευθείαν στο φθινόπωρο. Η σκέψη μου φέρνει στο μυαλό έναν δίσκο βινυλίου σε ένα παλιωμένο πικ-απ, όπου η βελόνα πηδάει πάντα στο ίδιο σημείο, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να ακούσεις ποτέ ολοκληρωμένη τη φράση του τραγουδιού. Οι Σουηδοί το εκφράζουν πιο ρομαντικά: «A life without love is like a year without summer.»
Τα πάντα φαντάζουν εύκολα το καλοκαίρι. Ακόμα και οι χειρότερες αναμνήσεις είναι πλημμυρισμένες με φώς και με το πέρασμα του χρόνου χάνουν τελείως την μουντή χροιά τους, μένοντας απλώς σκουρόχρωμοι λεκέδες άνευ σημασίας στον καμβά της ζωής μας.

Summertime,
And the livin' is easy
Fish are jumpin'
And the cotton is high

Κάθε καλοκαίρι είναι ευκαιρία να ονειρευτούμε τα ταξίδια που δεν κάναμε ακόμα, και που μπορεί να περιμένουν να μας κάνουν «τσα» στην επόμενη γωνιά του τετραγώνου. Μ’ αρέσουν οι εκπλήξεις. Αρκεί να μην σου κόβεται η χολή!

Όμως αυτό που προέχει είναι η ενέργεια. (Τα πάντα για την ενέργεια δεν γίνονται τελικά;) Να φορτίσουμε τις εσωτερικές μας μπαταρίες. Και μετά ο κόσμος όλος είναι στα πόδια μας! Λοιπόν, νομίζω ότι τα ενσωματωμένα φωτοβολταϊκά στοιχεία που διαθέτουμε θα τα ζήλευε και το τελειότερο πράσινο σπίτι. Στη διαχείριση αυτής της ενέργειας υστερούμε κάπως. Το που την ξοδεύουμε και με ποιον τρόπο.

Τελευταία συνειδητοποίησα πως και στη ζωή των ανθρώπων ισχύει η αρχή της αλυσιδωτής αντίδρασης. Τι εννοώ; Εννοώ ότι αν δώσεις ένα μικρό κομματάκι ενέργειας μ’ όλη σου την καρδιά σε κάτι που νιώθεις ότι το αξίζει, αυτό το κομματάκι επιστρέφει πίσω υψωμένο σε δύναμη του 10, αφού στο μεταξύ έχει ενεργοποιήσει νέες παράλληλες αλυσιδωτές αντιδράσεις. Το αποτέλεσμα όμως στην περίπτωσή μας δεν είναι ένα θερμικό μανιτάρι, αλλά ένα πέπλο, σαν αυτό που δείχνουν στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας ότι περνάει από μια κατεστραμμένη περιοχή, και ο τόπος ξαναποκτάει ζωή.

Μαγικό πράγμα η ενέργεια! Και το καλοκαιράκι επίσης... Δεν έχει σημασία αν είσαι ο κροίσος της διπλανής έπαυλης ή το φτωχαδάκι του παραδιπλανού υπογείου. Καλή διάθεση να υπάρχει και όλα τα υπόλοιπα έρχονται!

Άσε τον παλιόκοσμο να σκούζει
σε πλαζ, εστιατόρια, πανσιόν
Εμείς με σλίπιγκ μπαγκ και με καρπούζι
θα κάνουμε το γύρο τον νησιών...

Καλό υπόλοιπο καλοκαίρι σας εύχομαι! Φορτώστε ενέργεια, και βουρ για νέες αλυσιδωτές αντιδράσεις!

Α, όχι! Κακώς σας πέρασε από το μυαλό ότι θα χαθούμε... Εδώ θα είμαστε και θα τα λέμε. Απλά, λέω να απλώσω τα φωτοβολταϊκά μου στον ήλιο και να βάλω τον υπολογιστή μου σε καραντίνα για λίγο (αν και, ως γνήσιος PC-μανής δεν νομίζω ότι θα αντέξω χωρίς τις «τζούρες» μου!)

18/5/08

F.A.Q. * ενός φτωχού πλην τίμιου αμπελοφιλόσοφου.

«Ένας αργάτης πελαγίσιος είναι ο νους και είναι η δουλειά του να μολώνει το χάος»

Ν.Καζαντζάκης. «Ασκητική»

Μετά από τρείς μήνες demo-blogging , οι ανησυχίες μου και οι προβληματισμοί όχι απλά δεν μειώθηκαν αλλά μάλλον αυξήθηκαν με γεωμετρική πρόοδο.

Ένα μεγάλο κομμάτι αυτών δημιουργήθηκε από τους φίλους μου, ένα άλλο από το «ξεφύλλισμα» μερικών από τα χιλιάδες ηλεκτρονικά ημερολόγια, τα οποία έτυχε και έπεσαν κάτω από το δείκτη του ποντικιού μου. Καθ’ ότι από τη φύση μου οργανωτικός τύπος (αρκεί να μην αναφερόμαστε στα συρτάρια της ντουλάπας μου) προσπάθησα να τα οργανώσω στο μυαλό μου μπας και βγάλω άκρη. Παραθέτω τα πρώτα αποτέλεσμα της εν λόγω διεργασίας:

Γιατί το κάνεις;

Παρ’ ότι οι περισσότεροι από τους γνωστούς και φίλους που έτυχε και διάβασαν τις μπλογοποιημένες σκέψεις μου, έσπευσαν να μου χτυπήσουν ενθαρρυντικά την πλάτη ή να εκφράσουν τα κολακευτικά τους σχόλια (σας ευχαριστώ πολύ παιδιά!) βρέθηκαν και κάποιοι να μου θέσουν την παραπάνω ερώτηση.

«Σκέψου τα , γράψ΄τα ... Αλλά γιατί να τα κάνεις ορατά δημόσια.;» Για να είμαι ειλικρινής, δυσκολεύτηκα να δώσω μια άμεση απάντηση. Αργότερα, αναλογιζόμενη την ερώτηση, μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα ενός ανθρώπου που περπατάει στο δρόμο και μιλάει μόνος του. Η πρώτη σκέψη που γεννάει μια τέτοια εικόνα (πριν πλησιάσουμε και διακρίνουμε το Bluetooth) είναι «πάει και αυτός ο κακόμοιρος, του ‘στριψε». Το να σκέφτεσαι και να γράφεις αυτό που σκέφτεσαι, χωρίς να το μοιράζεσαι, δεν είναι παρόμοιο με τον μονόλογο χωρίς αποδέκτη;

Ανατρέχοντας λίγο πιο πίσω στην ιστορία της ανθρωπότητας, διαπιστώνουμε ότι η ανάγκη να αφήνεις ένα ίχνος που θα γίνει ορατό από κάποιον άλλον, ξεκινάει ήδη από τους ανθρώπους των σπηλαίων. Οι τοιχογραφίες που απεικονίζουν σκηνές και στιγμές από τη ζωή του πρωτόγονου ανθρώπου τι άλλο θα μπορούσαν να θεωρηθούν αν όχι καταγραφή σκέψεων και συναισθημάτων;

« Blog-αρω δεν σημαίνει ότι υπάρχω, αλλά ότι υπήρξα», όπως πετυχημένα, κατά την γνώμη μου, τοποθετείται ένας εκ πεποιθήσεως blogger . Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τα καλά κρυμμένα παιδικά μου ημερολόγια, μου θυμίζουν ότι υπήρξα κάποτε παιδί και είχα τα συναισθήματα που μπορώ να διαβάσω τώρα, ως ενήλικας, στις μουχλιασμένες τους σελίδες.

Πόσο σοβαρό μπορεί να είναι τελικά το blogging;

Μια πρώτη προσέγγιση την είχα κάνει (χωρίς να το ξέρω) σε κάποια από τις πρώτες μου αναρτήσεις. Τώρα απλά μπορώ να συμπληρώσω: Το blog μπορεί να είναι ή να μην είναι σοβαρό, ανάλογα με τη σοβαρότητα που το αντιμετωπίζει ο εκάστοτε blogger. Στη σοβαρότερη μορφή του μπορεί να είναι πιο σοβαρό και από την σοβαρότερη εφημερίδα ή κανάλι ΜΜΕ. Από εκεί και πέρα οι διαβαθμίσεις είναι όσα και τα blog. Το να ισχυριστεί, βέβαια, ένας blogger ότι ένα blog δεν μπορεί να είναι σοβαρό, είναι σαν να διαλαλεί την έλλειψη της δικιάς του σοβαρότητας ή ότι με το blog του προσπαθεί να χλευάσει τον τυχαίο αναγνώστη, προβάλλοντας πράγματα που αυτός ο ίδιος δεν θεωρεί άξια προσοχής.

Πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η εικόνα του γραπτού εαυτού μας από τον πραγματικό εαυτό;

Πριν μερικές μέρες ένας φίλος μου με αιφνιδίασε: «Θα στο πώ χύμα: στο blog σου εμφανίζεσαι πιο αξιαγάπητη απ’ ότι δείχνεις στην πραγματικότητα». Έμεινα να τον ακούω αμήχανη, μην ξερώντας τι να πώ. Προφανώς δεν είχα καμία πρόθεση να ωραιοποιήσω την εικόνα μου, και βέβαια δεν ήταν ο σκοπός μου να κάνω τον εαυτό πιο αξιαγάπητο απ' οτι μπορεί να είναι.

Κατ’ αρχήν είναι γεγονός ότι ο γραπτός λόγος δεν είναι ίδιος με τον προφορικό. « Γράφω δεν σημαίνει λέω.[...] Όταν γράφω με τις λέξεις που επιλέγω στο ρυθμό που μου ταιριάζει, βγάζω από μέσα μου, απλώνω στο χαρτί την κρύπτη από την οποία κάθε βράδυ έβγαιναν μερικά φαντάσματα.[...]. Το ομιλούν παρελθόν δημιουργεί μια διυποκειμενικότητα, ενώ το γραπτό παρελθόν απευθύνεται στον ιδανικό αναγνώστη, στον αόρατο φίλο, στο άλλο Εγώ.» λέει Β. Cyrulnik στο βιβλίο του Ο ευαίσθητος εαυτός, αναφερόμενος στο λόγο δημιουργίας της λογοτεχνίας της εσωτερικότητας. Ένα γραπτό κείμενο, είναι αποσπασματική αναπαράσταση του Εγώ μας. Περιγράφουμε μία στιγμή ή ένα συναίσθημα. Ενώ ο πραγματικός μας εαυτός είναι μια συνεχόμενη ροή στιγμών και συναισθημάτων.

Τελικά, γινόμαστε περισσότερο ή λιγότερο ειλικρινείς γράφoντας; Γνώμη μου είναι ότι το «καμουφλάρισμα» που πετυχαίνουμε με τα λεκτικά σχήματα και το συγκεκριμένο στυλ γραφής μας επιτρέπει να πούμε πράγματα που θεωρούνται «ανείπωτα» ή μη πρέπων να ειπωθούν (ή απλά εμείς τα θεωρούμε έτσι). Το θέμα είναι, θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς; Ίσως η καλύτερη απάντηση είναι το σχόλιο που έκανε η κολλητή μου, παρατηρώντας την έλλειψη (σε μεγάλο βαθμό) ανωνυμίας στο Facebook: «Όλοι ψοφάν για ειλικρίνεια, τελικά!» Φιλόσοφος η κολλητή μου, χωρίς καν να το ξέρει!


Πόσο σημαντικό είναι να ξέρεις τον πραγματικό εαυτό κάποιου που εκφράζεται ανώνυμα, απευθυνόμενος σε άγνωστους αποδέκτες;

Αυτή δεν είναι μονό δικιά μου απορία, όπως διαπίστωσα με μια πρόχειρη αναζήτηση.

Το να ανταλλάξεις απόψεις με κάποιους ανθρώπους, ξερώντας απλά ότι είναι ανθρώπινες υπάρξεις με μια άποψη, είναι ένα πράγμα. Το κάνεις για την ευχαρίστηση της επικοινωνίας και για να τοποθετήσεις τον εαυτό σου σε μια ομάδα, που νιώθεις ότι χρησιμοποιεί τον ίδιο κώδικα με σένα.

Το να αποδώσεις στην άποψη που μοιράζεσαι, σάρκα και οστά, είναι άλλο πράγμα, και μπορεί να αποδειχτεί από εξαιρετικά ευχάριστο (όπως π.χ στο «You have got mail») μέχρι... θανατηφόρα δυσάρεστο (όπως π.χ στο «Μοντέλο για φόνο» ). Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι ελάχιστες από τις γνωριμίες του διαδικτύου παραμένουν ζωντανές όσο οι πραγματικές φιλίες. Από την άλλη, βέβαια, και οι πραγματικές γνωριμίες δεν φτάνουν πάντα να καταλήξουν σε φιλίες. Υποθέτω ότι δεν μπορεί να υπάρχει ένας καθολικός κανόνας. Ίσως η κρίση κατά περίπτωση είναι η πιο αντικειμενική προσέγγιση, και από εκεί και πέρα...ο χρόνος είναι ο καλύτερος κριτής.


Υπενθυμίζω ότι το παραπάνω κείμενο εκφράζει απλά τις απόψεις ενός φτωχού πλην τίμιου αμπελοφιλόσοφου. Τις δικές σας...θα ήθελα πολύ να τις μάθω!



* Frequently Asked Questions

12/5/08

Ο παίζων άνθρωπος.


Οι λατινομαθείς θα προτιμούσαν τον Homo Ludens, που είναι απόγονος του Homo Faber και συγγενής τρίτης γενιάς με τον Homo Sapiens. Άνθρωποι όλοι τους, απλώς αυτός ο πρώτος, αφού έγινε πρώτα σοφός, μετά έμαθε να μαστορεύει, για να ανακαλύψει τελικά την αναντικατάστατη συμβολή του παιχνιδιού στην διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Ο Johan Huizinga το λέει, όχι εγώ. Εγώ απλά το ανακάλυψα σε μια από τις συνηθισμένες μου επιδρομές σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Η σχέση μου με τη φιλοσοφία είναι κάτι παραπάνω από χαλαρή, τα πάω όμως πάρα πολύ καλά με το παιχνίδι, και προκειμένου να θέσω μια καλή θεωρητική βάση στους ισχυρισμούς μου ότι το παιχνίδι δεν είναι δείγμα ανωριμότητας, αποφάσισα να διαβάσω φιλοσοφία.

Το βιβλίο ξεκινάει με την εξής πρόταση: «Το παιχνίδι είναι αρχαιότερο του πολιτισμού μας.» Αυτό δεν θέλει ιδιαίτερη φιλοσοφική αντίληψη: η κοινωνία των ζώων δεν χαρακτηρίζεται από κάποιον πολιτισμό, παρ’ όλα αυτά ξέρει να παίζει. Τα μικρά κουτάβια παίζουν. Μέχρι και τα έντομα παίζουν, τον καιρό του ζευγαρώματος. Αυτό που διαφοροποιεί το παιχνίδι στον άνθρωπο, λέει, είναι ότι έχει πνευματικότητα. Και ότι μέσα στον παιγνιώδη χαρακτήρα του είναι απολύτως σοβαρό. Χα, όχι παίζουμε!

Καθώς η λογική σκέψη δεν μπορεί να πάει αρκετά μακριά, «στα βάθη της καρδιάς μας νιώθουμε πως καμιά από τις αποφάνσεις μας δεν είναι απολύτως τελειωτική. Το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να απελευθερωθεί από τον μαγικό κύκλο του παιχνιδιού παρά μόνο όταν στέφεται προς το απόλυτο.» . Έτσι, αντί του τετριμμένου και απαισιόδοξου «τα πάντα ματαιότης» διαλέγουμε το «το παν είναι παιχνίδι». Είμαστε τόσο εθισμένοι στο παιχνίδι που προτιμούμε να έχουμε ζαβολιάρηδες, που παρ’ ότι δεν τηρούν επ’ ακριβώς τους κανόνες, δεν αρνούνται το παιχνίδι, παρά τους αρνητές του παιχνιδιού, που μας χαλάνε την παρτίδα, αρνούμενοι την συμμετοχή τους σ’ αυτήν. Βέβαια, επειδή ο αληθινός πολιτισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ύπαρξη κάποιου στοιχείου παιχνιδιού, και επειδή το fair play είναι η καλή πίστη, που εκφράζεται με όρους παιχνιδιού, ο ζαβολιάρης τελικά κλονίζει τον ίδιο τον πολιτισμό, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, αφού μπορούμε να έχουμε ακόμα το παιχνίδι μας. Όχι, δεν θέλω να κάνω πολιτικο-κοινωνικές προεκτάσεις. Ο νοών νοείτω...

Ο παίζων άνθρωπος μου θύμισε τον «υπέροχο άνθρωπο», την γνωστή ταινία με τα κάμποσα βραβεία Oscar.

O John Nash, (υπό τη μορφή του Russell Crowe στην ταινία) είναι ο θεμελιωτής της θεωρίας των παιγνίων (game theory), η οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι ο κρίκος που ενοποιεί όλες τις κοινωνικές επιστήμες. Η θεωρία αυτή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς για πρώτη φορά λαμβάνει υπ’ όψη της και τους «ζαβολιάρηδες», γεγονός που πιθανών την κάνει τόσο πετυχημένη στον σύγχρονο (δυτικό) πολιτισμό.

Θα προσπαθήσω να εξηγήσω αυτό που κατάλαβα με το φτωχό μου μυαλό ότι λέει. Η βασική ιδέα έχει ως εξής: ο κάθε παίκτης από τους n που συμμετέχει σ’ ένα παιχνίδι παίρνει αποφάσεις ανάλογα με τις προσδοκίες που έχει για τις αποφάσεις των άλλων. Αν αυτό το φανταστούμε n φορές, που είναι οι συμμετέχοντες, φτάνουμε σε έναν φαύλο κύκλο που εκφράζει την αρχή της απροσδιοριστίας. Κοινώς, κάνουμε μια τρύπα στο νερό, χωρίς να καταλήγουμε σε κανένα αποτέλεσμα. Εκτός και αν... Όπως λέει ο κύριος Nash, η λύση (λέγεται και σταθερά ισορροπίας Nash) είναι η επιλογή που θα αφήσει όλους τους συμμετέχοντες με τις λιγότερες απώλειες. Ένταξη, δεν θα είναι πολύ ευχαριστημένοι, αλλά τουλάχιστον δεν θα είναι πολύ δυσαρεστημένοι.

Βέβαια, ποιος θα ήθελε να αρκεστεί απλά στην μη απώλεια, χωρίς να επιδιώξει να έχει κάποιο κέρδος; Και εδώ έρχεται το παζάρεμα (bargaining)... Δηλαδή: «εάν εσύ δεν διαλέξεις αυτό που θα σου δώσει τις μικρότερες απώλειες, αλλά αυτό που θα μου μεγιστοποιήσει τα κέρδη, εγώ θα μοιραστώ μαζί σου το κέρδος μου, έτσι ώστε να έχεις και εσύ κέρδος παρά τις απώλειες.»

Εδώ είναι που μπαίνουν στο προσκήνιο οι ζαβολιάρηδες. «Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι ο πειρασμός να αθετήσεις την υπόσχεσή σου είναι ακατανίκητος, αλλά ότι την αθετείς επειδή φοβάσαι πως οι ‘άλλοι’ δεν θα αντισταθούν στον ίδιο πειρασμό» όπως λέει ένας άλλος κύριος, ονόματι Thomas Hobbes. Επομένως, αν όλοι όσοι έπαιρναν μέρος στο παζάρεμα ήταν λογικοί δεν θα καταλήγαμε πουθενά.

Ο κύριος Nash όμως, καθότι λιγάκι τρελός (μιάς και πάσχει από σχιζοφρένεια), είχε την ευφυΐα να σκεφτεί το εξής απλό: αν υπήρχε ένας και μοναδικός συνδυασμός-λύση μεταξύ προσφορών, απειλών και προτάσεων, οι bargainers θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν για να προβλέψουν την τελική έκβαση, κάτι που ως τόσο, θα αναιρούσε την ανάγκη για διαπραγμάτευση, άρα δεν ισχύει. Αλλά τότε, ανάμεσα στις άπειρες, θεωρητικά, λύσεις ποια θα πρέπει να προτιμηθεί;

Η απάντηση είναι εξίσου απλή: αυτή που μεγιστοποιεί το γινόμενο των οφειλών-κερδών όλων των συμβαλλόμενων μελλών. Δηλαδή, δεν είναι ανάγκη να έχουν όλοι το ίδιο κέρδος, αρκεί το κοινό συμφέρον να είναι μέγιστο. Απλό και εύχρηστο. Κάτι σαν το Ε=m*c . Από την άλλη, ίσως ο πιο έξυπνος και σωστός ορισμός του ιδεατού Κράτους. Και όχι μόνο. Δικαιολογεί και ορίζει σχέσεις συνεργασίας ή συμβίωσης, προβλήματα εξελικτικής βιολογίας, τις πιθανότητες να πάθεις τροχαίο ατύχημα ή να κερδίσεις στο πόκερ.

Το ζουμί που έβγαλα εγώ μετά από το ξεφύλλισμα έχει ως εξής:

- για να καταλάβεις τον κόσμο θα πρέπει να διαθέτεις μια σεβαστή ποσότητα τρέλας, και να χρησιμοποιείς την λογική σου μόνο για να ορίσεις τις πρακτικές λεπτομέρειες.

- ο καλύτερος τρόπος για να λύσεις ένα άλυτο πρόβλημα, είναι να μην προσπαθείς να βρεις τη λύση του.

- το παιχνίδι είναι η αγαπημένη απασχόληση των ευφυών ανθρώπων, και δεν έχει καμία σχέση με τον βαθμό ωριμότητας.

- η ιδέα του παιχνιδιού είναι τόσο στενά χωμένη μέσα στην ίδια την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, που όποιος δεν διαθέτει την διάθεση να παίξει, είτε έχει βαριάς μορφής διανοητική καθυστέρηση, είτε είναι κλινικά νεκρός.

Αλήθεια, είναι κανείς για μια παρτίδα σκάκι;

22/3/08

Κωδικό όνομα: Γυναίκα.


Μάνα, ερωμένη, φίλη, αδερφή, σύζυγος.... Μερικά ουσιαστικά που όμως περιγράφουν ένα: τη γυναίκα. Υμνήθηκε από ποιητές, τραγουδήθηκε από τραγουδοποιούς, εκθειάστηκε από ζωγράφους. Και παρέμεινε κάτω από το φερετζέ, περιορισμένη στην αμάθεια και την στέρηση του δικαιώματος να αντικρίσει τον κόσμο κατάματα, κακοποιήθηκε σεξουαλικά, απλά και μόνο γιατί δεν είχε την φυσική δύναμη να αντισταθεί, λιθοβολήθηκε γιατί «προσέβαλε» την κοινωνία επιλέγοντας μόνη της τον ερωτικό της σύντροφο. Τραγικό!

Και όμως, «το χέρι που κουνάει την κούνια, κυβερνάει τον κόσμο» και «πίσω από έναν μεγάλο άνδρα κρύβεται μία μεγάλη γυναίκα». Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας αν το χέρι που κούναγε την κούνια ανήκε κάθε φορά σε μια γυναίκα που ξέρει να διαβάζει και να ερμηνεύει τα σημάδια του κόσμου. Μια γυναίκα που αντί να βιώνει μέσα από το (αρσενικό) παιδί της, της προσωπικές της ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες και απωθημένα, τον οδηγούσε αμερόληπτα στο κατώφλι του κόσμου, αφήνοντάς το να ανακαλύψει το δικό του μονοπάτι.

Δεν είναι ειρωνεία;

Περιορίζοντας το θηλυκό αποκλειστικά στο ρόλο που του έχει δοθεί από τη φύση, της εν δυνάμει τεκνοποιού, η κοινωνία των ανθρώπων έχει στερήσει από τον εαυτό της μια σημαντικότατη πηγή ενέργειας, σκέψεων και ιδεών, που αν είχε αξιοποιηθεί επαρκώς, η εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους θα ήταν πολύ διαφορετική.

Και γι’ αυτούς που βιαστήκαν να σκεφτούν παρακινούμενοι από τον μισογυνισμό τους: «και τι παραπάνω θα μπορούσαν να προσφέρουν οι γυναίκες» η επιστήμη αποδεικνύει με επιχειρήματα ότι η φύση φρόντισε την συμπληρωματικότητα των δύο φύλων.

Ερευνώντας για παράδειγμα την διαφορά στην δομή του εγκεφάλου, μεταξύ ανδρών και γυναικών προκύπτει ότι:

- - Οι γυναίκες έχουν περισσότερο ανεπτυγμένες της περιοχές που σχετίζονται με συναισθηματική
έκφραση, καθώς και αυτές που έχουν να κάνουν με εγκεφαλικές διεργασίες ανώτερου επιπέδου, όπως διαίσθηση και προαίσθημα. (Μήπως γι’ αυτό πίσω από την κρυστάλλινη σφαίρα φανταζόμαστε συνήθως γυναίκα και οι νεράιδες είναι γένους θηλυκού ;)

-Εμφανίζουν επίσης πιο ανεπτυγμένα τα σημεία του εγκεφάλου που σχετίζονται με την λεκτική έκφραση και κατανόηση. (Άρα δικαιούνται να λένε και μια κουβέντα παραπάνω!! )

-Τα έντονα ερεθίσματα ενεργοποιούν τον αριστερό λοβό στις γυναίκες και τον δεξιό λοβό στους άνδρες. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες θυμούνται περισσότερο της λεπτομέρειες ενός συμβάντος , ενώ οι άνδρες τον γενικό σκελετό.

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε το γεγονός ότι οι γυναίκες αντέχουν περισσότερο στο χρόνιο στρες, και αφομοιώνουν καλύτερα την πληροφορία όταν τους προσφέρονται πολλαπλά γνωστικά ερεθίσματα, σε αντίθεση με τους άνδρες στους οποίους η αφομοίωση σχετίζεται με την ένταση του ερεθίσματος, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ο χαρακτηρισμός "ισχυρό" για το ανδρικό φύλο είναι μάλλον καταχρηστικός. Είναι απλά διαφορετικό. Και όπως μας μαθαίναν στο δημοτικό σχολείο, τα ανόμοια πράγματα δεν μπορούν να συγκριθούν.Προς τι λοιπόν τόση ψυχαναγκαστική προσπάθεια να περιοριστεί αυτή η διαφορετικότητα της γυναίκας; Μήπως απλά εμπίπτει και αυτό στο γενικό πνεύμα «ότι δεν καταλαβαίνω, το καταδικάζω;» Ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσεις έναν σύμμαχο είναι να χρησιμοποιήσεις αυτό που έχει να σου προσφέρει κάποιος, ανταποδίδοντας αυτό που έχεις να του προσφέρεις εσύ. Αν προσπαθήσεις απλά να τον ελέγξεις, το μόνο που καταφέρνεις είναι να δημιουργήσεις μια ωρολογιακή βόμβα που αργά ή γρήγορα θα σκάσει, γκρεμίζοντας ότι βρίσκεται γύρω της.

22/2/08

Ανακαλύπτοντας τον blogοκοσμο







Όταν αποφάσισα να ξεκινήσω να γράφω σε blog είχα μια πολύ συγκεχυμένη ιδέα για το τι πρόκειται. Μου άρεσε όμως η ιδέα να έχω δικιά μου ιστοσελίδα (όπως λέμε δικιά μου κούκλα ή αυτοκινητάκι) και έτσι είπα να κάνω ένα test drive (κάτι σαν demo-blogging δηλαδή!). Προς μεγάλη μου έκπληξη ανακάλυψα ότι το blog είναι κάτι παραπάνω από μια απλή προσωπική ιστοσελίδα. Είναι μια ολόκληρη κοινωνία με δικούς της κανόνες και μέλη, κάποια από τα οποία έχουν το blogging ως τρόπο ζωής. Μέχρι και bloggers’ πάρτι έχουν γίνει !! (το φαντάζομαι λιγάκι σαν πάρτι-μασκέ όπου αντί να ρωτάς «τι ντύθηκες;» ρωτάς «πιο blog έχεις;»)

Και επειδή η λεξο-πλαστική είναι η μόδα της εποχής, blog = web log (όπως το okay γίνεται ΟΚ και το electronic mail γίνεται e-mail), δηλαδή «ιστο-καταγραφή» ή «ιστο-λόγιο» (βέβαια, μια άλλη πιθανή μετάφραση θα μπορούσε να είναι «ιστο-κούτσουρο» αλλά μάλλον δεν ταιριάζει με τα... συμφραζόμενα!). Με λίγα λόγια το παλιό μας παιδικό ημερολόγιο, που το κρατάγαμε φυλαγμένο και διπλοκλειδωμένο, το βγάζουμε σε πλειστηριασμό, για να δούμε τι τιμή (ή αν θέλετε αναγνωστικό κοινό) θα πιάσει. Και επειδή όπως εκφράστηκε ο Cling Eastwood «η γνώμη είναι ...(θα εκφραστώ κόσμια) σαν το σφικτήρα του πρωκτού, όλοι έχουμε από έναν» στον κόσμο του blog βρίσκεις ότι τραβάει η ψυχή σου: από προσωπικές αγγελίες μέχρι δοκίμια σημαντικής λογοτεχνικής αξίας.

Να ξεφύγουμε όμως λιγάκι από το φαιδρό του θέματος. ...Όχι, δεν είναι εύκολο να κάνεις blogging (τελικά), όπως ανέφερε σε κάποιο σχόλιο ένας blogger. Όταν έγραφες στο παιδικό σου ημερολόγιο, το κλείδωνες με λουκετάκι έκρυβες το κλειδί, και συνέχιζες ξαλαφρωμένος την μέρα σου, με τη γαλήνια πεποίθηση ότι δεν πρόκειται κανένας να σε κρίνει για το σωστό ή λάθος της γνώμης σου.("Ημερολογιο: Καθημερινή καταγραφή του μέρους της ζωής μας, το οποίο μπορούμε να αποδίδουμε στον εαυτό μας χωρίς να κοκκινίζουμε" Ambrose Bierce, Το αλφαβητάρι του Διαβόλου) Όταν όμως βγάζεις τα μέσα σου προς τα έξω θα πρέπει να έχεις το σθένος και την αυτοπεποίθηση να τα υποστηρίξεις. Μήπως όμως αυτό είναι τελικά που δημιούργησε την κοινωνία του blog; Η πρόκληση του να παραθέσεις την γνώμη σου (ή τέλος πάντων ότι έχεις να παραθέσεις), και να ακούσεις τον αντίλογο;

Σκαλίζοντας λίγο παραπάνω, ανακάλυψα μια πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά του Umberto Eco στη λειτουργία της επικοινωνίας. Εχουμε, λέει, μία Πηγή (Πομπό) που εκπέμπει μια Πληροφορία, η οποία αφού διασχίσει έναν δρόμο (ή Κανάλι επικοινωνίας) φτάνει στο Δέκτη. Το Μήνυμα όμως που θα πάρει ο Δέκτης εξαρτάται από τον Κώδικα ερμηνείας που θα χρησιμοποιήσει. Η λειτουργία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, με την πολιτική του «βομβαρδισμού πληροφοριών», στοχεύει στην δημιουργία μιας παθητικής στάσης απέναντι στην ερμηνεία της πληροφορίας, που θα έχει ως επακόλουθο την λήψη ένος μόνο Μηνύματος από τον δέκτη, αυτού που υπαγορεύει ο Κώδικας της Πηγής. Η άρση αυτού του είδους της χειραγώγισης και τελικά περιορισμός της εξουσίας που ασκούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως προτείνει, θα μπορούσε να γίνει μέσω ενός επικοινωνιακού «ανταρτοπόλεμου», που θα εισάγει νέους Κώδικες ερμηνείας στην προσφερόμενη Πληροφορία. (Από το βιβλίο του «Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή», -Για έναν σημειολογικό ανταρτοπόλεμο)

Η αναφορά του αυτή έγινε το 1967, όταν ο υπολογιστής και το διαδίκτυο ήταν ακόμα στα σπάργανα, αν όχι στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Η ιστορία του blog ξεκινάει κάπου την δεκαετία του ’90, όμως συγκεντρώνει σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά του ανταρτοπόλεμου επικοινωνιών που οραματίστηκε ο Eco «Μια εκδήλωση παράλληλη με τις εκδηλώσεις της τεχνολογικής επικοινωνίας, η συνεχής διόρθωση των κατευθύνσεων, η εξακρίβωση των κωδίκων, η πάντα ανανεωμένη ερμηνεία των μαζικών μηνυμάτων.» . Και οι blogger κάλλιστα θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με τους «αντάρτες επικοινωνίας που θα ξανακαθιέρωναν μια κριτική διάσταση στην παθητική αποδοχή».

Ξαφνικά η αρχική μου αυθόρμητη κίνηση, να μοιράζομαι τις σκέψεις μου με όποιον είχε την διάθεση να τις μοιραστεί, απέκτησε το βάρος μιας Πηγής που εκπέμπει μια Πληροφορία στον προσωπικό μου Κώδικα, και που δημιουργεί μια ποικιλία Μηνυμάτων στον όποιο τυχαίο αναγνώστη που θα τις διαβάσει. Και αυτό είναι μια ευθύνη, ακόμα και αν το αναγνωστικό μου κοινό αποτελείται από μια χούφτα φίλους.

Όμως πέρα από Κώδικες και Μηνύματα υπάρχει και η απλή ανθρώπινη ανάγκη για ανταλλαγή ιδεών. Ο Ι.Μ Παναγιωτόπουλος αναφέρει ότι «αυτό που έχει σήμερα χαθεί είναι η χαρά της συνομιλίας» «Οι καιροί δεν αφήνουν την καρδιά να φτάσει στα χείλη, το αίσθημα, την ιδέα, να γίνουν άνθη του λόγου.» «Μια συνομιλία είναι μια πολύτιμη συγγυμνασία ψυχής και νου». Ο blogοκοσμος λοιπόν, έχει τη λειτουργία ενός μεγάλου «σαλονιού», από αυτά που τον προηγούμενο αιώνα μαζευόταν η «καλή κοινωνία» για να «συνομιλήσει».«Η συνομιλία είναι καρπός ειρήνης και αμεριμνησίας...».Είναι και ένας τρόπος να ζωγραφίσεις τις σκέψεις σου, για να δείς τι χρώμα έχουν...

Και εδώ βρίσκεται και το παράλογο: η ανθρώπινη κοινωνικότητα βρίσκει διέξοδο μέσα από το μέσο που έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι έχει απομονώσει τους ανθρώπους μεταξύ τους... Αυτό και αν είναι επικράτηση της φύσης στην τεχνολογική εξέλιξη!!!